Όταν ο Φαραμίρ πήρε λίγο άσπρο ψωμί και ήπιε μια γουλιά κρασί, κάθισε σε μια χαμηλή καρέκλα στ’ αριστερά του πατέρα του. Λίγο πιο αποτραβηγμένος στην άλλη πλευρά καθόταν ο Γκάνταλφ σε ένα σκαλισμένο ξύλινο κάθισμα· και στην αρχή φαινόταν κοιμισμένος. Γιατί στην αρχή ο Φαραμίρ μιλούσε μόνο για την αποστολή που τον είχαν στείλει πριν δέκα μέρες, κι έφερνε νέα από το Ιθίλιεν και τις κινήσεις του Εχθρού και των συμμάχων του· και διηγήθηκε τη μάχη στο δρόμο, όταν οι άντρες του Χάραντ και το μεγάλο τους ζώο ηττήθηκαν: ένας αξιωματικός που δίνει αναφορά στον ανώτερο του σε τέτοιες υποθέσεις, όπως είχε ξαναδώσει, μικροπράγματα για τις αψιμαχίες στα σύνορα που τώρα φαίνονταν άχρηστα και μικρά, δίχως δόξα.
Ύστερα ξαφνικά ο Φαραμίρ κοίταξε τον Πίπιν.
– Τώρα όμως ερχόμαστε σε παράξενες υποθέσεις, είπε. Γιατί αυτό δεν είναι το πρώτο ανθρωπάκι που έχω δει να έχει βγει από τους θρύλους του Βοριά και να κυκλοφορεί στις χώρες του Νοτιά.
Σ’ αυτά τα λόγια ο Γκάνταλφ ανακάθισε κι έσφιξε τα μπράτσα της πολυθρόνας του· αλλά δεν είπε τίποτα και με ένα του βλέμμα έκοψε το επιφώνημα στα χείλη του Πίπιν. Ο Ντένεθορ κοίταξε τα πρόσωπά τους και κούνησε το κεφάλι του, λες και με το νόημα να είχε καταλάβει πολλά, πριν ακόμα ειπωθούν. Αργά, ενώ οι άλλοι κάθονταν σιωπηλοί και ακίνητοι, ο Φαραμίρ είπε την ιστορία του, με τα μάτια του κυρίως στον Γκάνταλφ, αν και πότε πότε η ματιά του ξεστράτιζε στον Πίπιν, λες και για να ξαναφρεσκάρει τη μνήμη του για τους άλλους που είχε δει.
Καθώς η διήγησή του ξεδιπλωνόταν κι έλεγε για τη συνάντησή του με το Φρόντο και τον υπηρέτη του και τα γεγονότα στο Χένεθ Άνουν, ο Πίπιν πήρε είδηση πως τα χέρια του Γκάνταλφ έτρεμαν καθώς έσφιγγαν το σκαλισμένο ξύλο. Άσπρα έδειχναν τώρα και πολύ γέρικα, και καθώς τα κοίταζε, ξαφνικά με ένα ρίγος φόβου ο Πίπιν κατάλαβε πως ο Γκάνταλφ, ο Γκάνταλφ ο ίδιος, ήταν ανήσυχος, φοβισμένος. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν αποπνικτική και ακίνητη. Τέλος, ο Φαραμίρ μίλησε για τον αποχωρισμό του με τους ταξιδιώτες και την απόφασή τους να πάνε στην Κίριθ Ούνγκολ, η φωνή του χαμήλωσε, κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και αναστέναξε. Τότε ο Γκάνταλφ πετάχτηκε όρθιος.
– Κίριθ Ούνγκολ; Κοιλάδα Μόργκουλ; είπε. Την ώρα, Φαραμίρ, την ώρα. Πότε χωρίσατε; Πότε θα έφταναν εκείνη την καταραμένη κοιλάδα;
– Χωρίσαμε το πρωί πριν δύο μέρες, είπε ο Φαραμίρ. Είναι δεκαπέντε λεύγες από εκεί ως την κοιλάδα του Μοργούλντουιν, αν πήγαν κατευθείαν νότια· και έπειτα είναι ακόμη πέντε λεύγες δυτικά του καταραμένου Πύργου. Το γρηγορότερο δε θα μπορούσαν να φτάσουν εκεί πριν από σήμερα, και ίσως και να μην έχουν φτάσει ακόμα εκεί. Βλέπω καλά τι φοβάσαι. Αλλά το σκοτάδι δεν οφείλεται στο τόλμημά τους. Άρχισε χθες το βράδυ και ολόκληρο το Ιθίλιεν βρισκόταν κάτω από τη σκιά χθες βράδυ. Εμένα μου φαίνεται καθαρά πως ο Εχθρός έχει σχεδιάσει από καιρό την επίθεση εναντίον μας, και η ώρα της είχε κιόλας αποφασιστεί πριν καν οι ταξιδιώτες να φύγουν από κοντά μου.
Ο Γκάνταλφ βημάτιζε.
– Το πρωί, πριν δυο μέρες... κοντά τρεις μέρες ταξίδι! Πόσο μακριά είναι το μέρος που χωρίσατε;
– Κάπου είκοσι πέντε λεύγες με το πέταγμα πουλιού, απάντησε ο Φαραμίρ. Αλλά δεν μπορούσα να έρθω γρηγορότερα. Χθες βράδυ έμεινα στο Καΐρ Άντρος, το μακρουλό νησί στον Ποταμό βορινά, που το κρατούμε για άμυνα· και στην από δω όχθη έχουμε τα άλογα. Καθώς η σκοτεινιά προχωρούσε, κατάλαβα πως χρειαζόταν βιάση κι έτσι ήρθα καλπάζοντας εδώ με άλλους τρεις που μπορούσαν να πάρουν άλογα. Τους υπόλοιπους του λόχου μου τους έστειλα νότια να ενισχύσουν τη φρουρά στα περάσματα της Οσγκίλιαθ. Ελπίζω να μην έκανα άσχημα; – κοίταξε τον πατέρα του.
– Άσχημα; φώναξε ο Ντένεθορ, και η ματιά του άστραψε ξαφνικά. Γιατί ρωτάς; Οι άντρες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές σου. Ή μήπως έτσι ρωτάς τη γνώμη μου σε όλα σου τα έργα; Η συμπεριφορά σου είναι ταπεινή μπροστά μου, όμως είναι καιρός τώρα που έχεις αλλάξει την πορεία σου από τις συμβουλές μου. Βλέπεις, έχεις μιλήσει επιδέξια, όπως πάντα· αλλά εγώ, εγώ δεν είδα τη ματιά σου καρφωμένη στο Μιθραντίρ, να ζητά να μάθει αν μίλησες καλά ή πάρα πολύ; Έχει εδώ και πολύ καιρό κερδίσει την καρδιά σου.
»Γιε μου, ο πατέρας σου είναι γέρος, αλλά όχι ακόμα ξεκούτης. Μπορώ και να Βλέπω και να ακούω, όπως πάντα· κι ελάχιστα από όσα μισοείπες ή δεν είπες καθόλου είναι τώρα κρυφά από μένα. Ξέρω την απάντηση σε πολλά αινίγματα. Αλίμονο, αλίμονο στον Μπορομίρ!
– Αν αυτό που έχω κάνει σε δυσαρεστεί, πατέρα μου, είπε ο Φαραμίρ ήσυχα, θα ήθελα να ήξερα τη γνώμη σου πριν το φορτίο μιας τόσο βαριάς απόφασης να πέσει πάνω μου.