Выбрать главу

Για μια στιγμή τα μάτια του Ντένεθορ άναψαν πάλι καθώς κοίταζε καταπρόσωπο τον Γκάνταλφ, και ο Πίπιν ένιωσε γι’ άλλη μια φορά την ένταση ανάμεσα στις θελήσεις τους· αλλά τώρα σχεδόν φαινόταν λες και οι ματιές τους να ήταν σαν λεπίδες από μάτι σε μάτι, που τρεμόσβηναν καθώς αψιμαχούσαν. Ο Πίπιν άρχισε να τρέμει, γιατί φοβόταν κάποιο τρομερό χτύπημα. Αλλά ξαφνικά ο Ντένεθορ χαλάρωσε κι έγινε πάλι ψυχρός. Ανασήκωσε τους ώμους.

– Αν είχα εγώ! Αν είχες εσύ! είπε. Τέτοια λόγια και «αν» είναι μάταια. Αυτό έχει πάει στη Σκιά και μόνο ο χρόνος θα δείξει τι μοίρα περιμένει αυτό κι εμάς. Ο χρόνος δε θ’ αργήσει. Σε όσον έχει απομείνει, όλοι όσοι πολεμούν τον Εχθρό με τον τρόπο τους, ας μονοιάσουν και ας κρατήσουν τις ελπίδες τους όσο μπορούν και μετά τις ελπίδες ας έχουν την τόλμη να πεθάνουν ελεύθεροι – στράφηκε στο Φαραμίρ: Ποια είναι η γνώμη σου για τη φρουρά της Οσγκίλιαθ;

– Δεν είναι ισχυρή, είπε ο Φαραμίρ. Έχω στείλει το λόχο του Ιθίλιεν να την ενισχύσει, όπως είπα.

– Δεν αρκεί, πιστεύω, είπε ο Ντένεθορ. Εκεί είναι που θα πέσει το πρώτο χτύπημα. Θα χρειαστούν κάποιο γενναίο αξιωματικό εκεί.

– Εκεί και αλλού σε πολλά σημεία, είπε ο Φαραμίρ και αναστέναξε. Αλίμονο ο αδελφός μου, που κι εγώ αγαπούσα! – σηκώθηκε. Έχω την άδειά σου, πατέρα;

Και τότε ταλαντεύτηκε κι έγειρε πάνω στο κάθισμα του πατέρα του.

– Είσαι κατάκοπος, βλέπω, είπε ο Ντένεθορ. Έχεις ταξιδέψει γρήγορα και μακριά, και κάτω απ’ τις σκιές του κακού στον αέρα, μαθαίνω.

– Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό! είπε ο Φαραμίρ.

– Τότε δε θα μιλήσουμε, είπε ο Ντένεθορ. Πήγαινε τώρα και αναπαύσου όσο μπορείς. Οι αυριανές ανάγκες θα ’ναι μεγαλύτερες.

Όλοι τώρα, με την άδεια του Άρχοντα της Πόλεως, πήγαν να ξεκουραστούν, όσο που ακόμη μπορούσαν. Έξω είχε μια άναστρη μαυρίλα καθώς ο Γκάνταλφ, με τον Πίπιν πλάι του, να κρατάει μια μικρή δάδα, πήγαινε στο κατάλυμά τους. Δε μίλησαν, ώσπου βρέθηκαν πίσω από κλεισμένες πόρτες. Τότε, τέλος, ο Πίπιν έπιασε το χέρι του Γκάνταλφ.

– Πες μου, είπε, υπάρχει ελπίδα; Για το Φρόντο, θέλω να πω· ή τουλάχιστον κυρίως για το Φρόντο.

Ο Γκάνταλφ έβαλε το χέρι του στο κεφάλι του Πίπιν.

– Ποτέ δεν υπήρχε μεγάλη ελπίδα, απάντησε. Μόνο τρελή ελπίδα, όπως μου είπαν. Και όταν άκουσα για την Κίριθ Ούνγκολ – σταμάτησε και πήγε στο παράθυρο, λες και τα μάτια του να μπορούσαν να τρυπήσουν τη νύχτα στην Ανατολή. Κίριθ Ούνγκολ! μουρμούρισε. Γιατί απ’ αυτόν το δρόμο άραγε; – γύρισε. Τώρα δα, Πίπιν, η καρδιά μου σχεδόν σταμάτησε, στο άκουσμα αυτού του ονόματος. Και όμως, στ’ αλήθεια πιστεύω πως τα νέα που φέρνει ο Φαραμίρ είναι ελπιδοφόρα. Γιατί φαίνεται καθαρά ότι ο Εχθρός μας άρχισε επιτέλους τον πόλεμό του και έκανε την πρώτη κίνηση, ενώ ο Φρόντο ήταν ακόμα ελεύθερος. Έτσι, τώρα, για πολλές ημέρες θα έχει το μάτι του στραμμένο εδώ κι εκεί, μακριά από τη χώρα του. Και παρ’ όλ’ αυτά, Πίπιν, νιώθω από μακριά τη βιασύνη και το φόβο του. Έχει αρχίσει νωρίτερα απ’ όσο θα ήθελε. Έχει συμβεί κάτι που τον κινητοποίησε.

Ο Γκάνταλφ στάθηκε μια στιγμή συλλογισμένος.

– Μπορεί, μουρμούρισε. Μπορεί ακόμα και η ανοησία σου να βοήθησε, νεαρέ μου. Για να δω: κάπου πέντε μέρες πριν θα ανακάλυψε πως ανατρέψαμε το Σάρουμαν και πήραμε τη Σφαίρα. Όμως, και τι μ’ αυτό; Δε θα μπορούσαμε να τη χρησιμοποιήσουμε αποτελεσματικά ή χωρίς να το ξέρει αυτός. Α! Αναρωτιέμαι. Ο Άραγκορν; Η ώρα του πλησιάζει. Και είναι δυνατός και αυστηρός κάτω από την επιφάνεια, Πίπιν θαρραλέος, αποφασισμένος, ικανός να αποφασίσει μόνος του και να τολμήσει πράγματα επικίνδυνα στην ανάγκη. Αυτό μπορεί να είναι. Μπορεί να έχει χρησιμοποιήσει τη Σφαίρα και να εμφανίστηκε στον Εχθρό, προκαλώντας τον, γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Αναρωτιέμαι. Λοιπόν, την απάντηση δε θα τη μάθουμε, ώσπου να έρθουν οι Καβαλάρηδες του Ρόαν, αν δεν έρθουν πολύ αργά. Μας περιμένουν κακές μέρες. Πάμε για ύπνο όσο που μπορούμε!

– Αλλά..., είπε ο Πίπιν.

– Αλλά τι; είπε ο Γκάνταλφ. Απόψε θα επιτρέψω ένα μόνο αλλά.

– Το Γκόλουμ, είπε ο Πίπιν. Πώς στο καλό μπορεί να πηγαίνουν μαζί του, να το ακολουθούν; Και είδα πως του Φαραμίρ δεν του άρεσε το μέρος που τους πήγαινε περισσότερο απ’ όσο άρεσε σ’ εσένα. Τι συμβαίνει;

– Δεν μπορώ να απαντήσω σ’ αυτό τώρα, είπε ο Γκάνταλφ. Όμως η καρδιά μου είχε μαντέψει πως ο Φρόντο και το Γκόλουμ θα αντάμωναν πριν το τέλος. Για καλό ή για κακό. Αλλά για την Κίριθ Ούνγκολ δε θα μιλήσω απόψε. Προδοσία, φοβάμαι προδοσία· την προδοσία αυτού του άθλιου πλάσματος. Αλλά έτσι πρέπει να γίνει. Και ας μην ξεχνάμε ότι ο προδότης μπορεί να προδώσει τον εαυτό του και να κάνει καλό εκεί που δεν το περιμένει. Γίνεται κι έτσι, μερικές φορές. Καληνύχτα!