Выбрать главу

Η επόμενη μέρα ήρθε μ’ ένα πρωινό σαν καφετί λυκόφως και οι καρδιές των ανθρώπων, που είχαν αναθαρρήσει με την επιστροφή του Φαραμίρ, βούλιαξαν πάλι. Οι φτερωτοί ίσκιοι δε φάνηκαν ξανά εκείνη την ημέρα, όμως συχνά πυκνά, πολύ ψηλότερα από την πόλη, ένα αδύνατο κρώξιμο θα ερχόταν, και πολλοί που το άκουγαν θα στέκονταν ξεροί από έναν περαστικό τρόμο, ενώ μερικοί πιο λιπόψυχοι δείλιαζαν κι έκλαιγαν.

Και τώρα ο Φαραμίρ έφυγε πάλι.

«Δεν τον αφήνουν να ξεκουραστεί», μουρμούρισαν μερικοί. «Ο Άρχοντας πιέζει πολύ το γιο του, και τώρα πρέπει να δουλεύει για δύο, για τον εαυτό του και γι’ αυτόν που δε θα γυρίσει.» Και συνέχεια οι άντρες κοιτούσαν βορινά και ρωτούσαν: «Πού είναι οι Καβαλάρηδες του Ρόαν;»

Για να πούμε την αλήθεια ο Φαραμίρ δεν πήγε, γιατί το διάλεξε εκείνος. Αλλά ο Άρχοντας της Πόλης ήταν αφέντης στο Συμβούλιό του και δεν είχε διάθεση εκείνη την ημέρα να υποχωρήσει σε άλλους. Νωρίς το πρωί είχε συγκληθεί το Συμβούλιο. Εκεί όλοι οι αξιωματικοί έκριναν ότι εξαιτίας της απειλής στο Νότο η δύναμή τους ήταν πολύ αδύνατη, για να πάρουν την οποιαδήποτε πρωτοβουλία, εκτός και κατά τύχη προλάβουν κι έρθουν οι Καβαλάρηδες του Ρόαν. Στο μεταξύ έπρεπε να επανδρώσουν τα τείχη και να περιμένουν.

– Όμως, είπε ο Ντένεθορ. δεν πρέπει έτσι αψήφιστα να εγκαταλείψουμε τα εξωτερικά μας οχυρά, το Ράμας που φτιάχτηκε με τόσο μεγάλο κόπο. Ο Εχθρός πρέπει να πληρώσει ακριβά το πέρασμα του Ποταμού. Κι αυτό δεν μπορεί να το κάνει, για να επιτεθεί με δύναμή στην Πόλη, ούτε από τα βορινά του Καΐρ Άντρος, επειδή έχει έλη, ούτε νότια προς το Λέμπενιν, γιατί πλαταίνει ο Ποταμός, ώστε να χρειάζεται πολλές βάρκες. Στην Οσγκίλιαθ, λοιπόν, θα ρίξει το βάρος του, όπως και προηγουμένως, τότε που ο Μπορομίρ δεν τον άφησε να περάσει.

– Εκείνο δεν ήταν παρά δοκιμή, είπε ο Φαραμίρ. Σήμερα μπορεί να κάνουμε τον Εχθρό να πληρώσει δεκαπλάσια για να πάρει το πέρασμα κι όμως να μετανιώσουμε για την ανταλλαγή. Γιατί αυτός μπορεί άνετα να χάσει ολόκληρη στρατιά, παρά εμείς να χάσουμε ένα λόχο. Και η υποχώρηση αυτών που θα στείλουμε τόσο μακριά, θα είναι επικίνδυνη, αν ο εχθρός περάσει με μεγάλες δυνάμεις.

– Και τι θα γίνει με το Καΐρ Άντρος; είπε ο Πρίγκιπας. Κι αυτό επίσης πρέπει να το κρατήσουμε, αν προβάλλουμε άμυνα στην Οσγκίλιαθ. Ας μην ξεχνούμε τον κίνδυνο στα αριστερά μας. Οι Ροχίριμ μπορεί να έρθουν, μπορεί και όχι. Αλλά ο Φαραμίρ μας είπε πως μεγάλες δυνάμεις πλησιάζουν τη Μαύρη Πύλη. Περισσότερες από μια στρατιές μπορεί να ξεχυθούν από μέσα της και να χτυπήσουν περισσότερα από ένα περάσματα.

– Πολλά πρέπει να διακινδυνεύσουν στον πόλεμο, είπε ο Ντένεθορ. Το Καΐρ Άντρος είναι επανδρωμένο και δεν μπορούμε τώρα να στείλουμε άλλους. Αλλά δε θα παραδώσω το Ποτάμι και το Πέλενορ δίχως μάχη – όχι, αν υπάρχει ακόμα ένας καπετάνιος εδώ που να έχει την τόλμη να κάνει το θέλημα του άρχοντά του.

Τότε όλοι σώπασαν. Αλλά, τέλος, ο Φαραμίρ είπε:

– Δεν εναντιώνομαι στο θέλημα σου, πατέρα. Αφού έχασες τον Μπορομίρ, θα πάω εγώ και θα κάνω ό,τι μπορώ στη θέση του... αν το διατάξεις.

– Το διατάζω, είπε ο Ντένεθορ.

– Τότε, σε χαιρετώ! είπε ο Φαραμίρ. Κι αν τύχει και γυρίσω, έχε καλύτερη γνώμη για μένα!

– Αυτό εξαρτάται από τον τρόπο της επιστροφής σου, είπε ο Ντένεθορ.

Ο Γκάνταλφ ήταν αυτός που μίλησε τελευταίος στο Φαραμίρ, πριν φύγει ανατολικά.

– Μην πετάξεις τη ζωή σου απερίσκεπτα ή από πίκρα, είπε. Θα σε χρειαστούν εδώ για άλλα πράγματα, εκτός από τον πόλεμο. Ο πατέρας σου σε αγαπά, Φαραμίρ, και θα το θυμηθεί πριν το τέλος. Έχε γεια!

Έτσι τώρα ο Άρχοντας Φαραμίρ είχε φύγει ξανά και είχε πάρει μαζί του τόση δύναμη αντρών, όσοι ήταν πρόθυμοι να πάνε ή περίσσευαν. Στα τείχη μερικοί κοιτούσαν μες στη σκοτεινιά κατά την ερειπωμένη πόλη, και αναρωτιόντουσαν τι να γινόταν εκεί, γιατί τίποτα δε φαινόταν. Και άλλοι, όπως πάντα, κοίταζαν βορινά και μετρούσαν τις λεύγες ως το Θέοντεν στο Ρόαν.

– Θα έρθει; Θα θυμηθεί την παλιά μας συμμαχία; έλεγαν.

– Ναι, θα έρθει, έλεγε ο Γκάνταλφ, ακόμα κι αν έρθει πολύ αργά. Σκεφθείτε όμως! Στην καλύτερη περίπτωση το Κόκκινο Βέλος δεν μπορεί να τον έχει φτάσει πάνω από δύο μέρες πριν και είναι πολλά τα μίλια από το Έντορας.

Είχε νυχτώσει πάλι πριν να έρθουν νέα. Ένας άντρας ήρθε βιαστικά από τα περάσματα, λέγοντας πως ένας στρατός είχε βγει από τη Μίνας Μόργκουλ και πλησίαζε κιόλας την Οσγκίλιαθ, και στη δύναμή του είχαν προστεθεί τάγματα από το Νοτιά, Χαράντριμ, σκληροί και ψηλοί.

– Και έχουμε μάθει, είπε ο αγγελιαφόρος, ότι ο Μαύρος Καπετάνιος βρίσκεται επικεφαλής τους γι’ άλλη μία φορά και ο φόβος του έχει περάσει πριν απ’ αυτόν τον Ποταμό.