Выбрать главу

Με αυτά τα δυσοίωνα λόγια έκλεισε η τρίτη μέρα αφότου ο Πίπιν έφτασε στη Μίνας Τίριθ. Λιγοστοί πήγαν για ανάπαυση, γιατί ελάχιστες ελπίδες υπήρχαν πως ακόμη κι ο Φαραμίρ θα μπορούσε να κρατήσει τα περάσματα για πολύ.

Την επόμενη μέρα, αν και η σκοτεινιά είχε φτάσει στο μεγαλύτερο βαθμό της και δεν πύκνωσε άλλο, πλάκωσε βαρύτερα τις καρδιές των ανθρώπων και ένας μεγάλος φόβος τους είχε κυριέψει. Γρήγορα ξαναήρθαν άσχημα νέα. Τα περάσματα του Άντουιν είχαν παρθεί από τον Εχθρό. Ο Φαραμίρ υποχωρούσε στο τείχος του Πέλενορ, ανασυντάσσοντας τους άντρες του στα Φρούρια του Υπερυψωμένου Δρόμου· αλλά οι αντίπαλοι ήταν δέκα φορές περισσότεροι.

– Αν τα καταφέρει και υποχωρήσει στο Πέλενορ, οι εχθροί θα τον έχουν καταπόδι, είπε ο αγγελιαφόρος. Πλήρωσαν ακριβά το πέρασμά τους, αλλά λιγότερο από όσο ελπίζαμε. Το είχαν σχεδιάσει καλά. Φαίνεται τώρα ότι κρυφά έφτιαχναν πλήθος σχεδίες και μαούνες στην Ανατολική Οσγκίλιαθ. Όρμησαν να περάσουν σαν μυρμήγκια. Αλλά αυτός που μας κατατροπώνει είναι ο Μαύρος Καπετάνιος. Ελάχιστοι μπορούν να σταθούν και ν’ αντέξουν ακόμα και το άκουσμα του ερχομού του. Οι δικοί του τον τρέμουν και σφάζονται στο πρόσταγμά του.

– Τότε με χρειάζονται περισσότερο εκεί παρά εδώ, είπε ο Γκάνταλφ, κι έφυγε αμέσως και η φεγγοβολιά του γρήγορα έσβησε από τα μάτια.

Και όλη εκείνη τη νύχτα ο Πίπιν μοναχός και άυπνος στεκόταν στα τείχη και κοίταζε ανατολικά.

Οι καμπάνες της ημέρας μόλις και είχαν χτυπήσει πάλι, παρωδία στο αφώτιστο σκοτάδι, όταν μακριά είδε φωτιές να ξεπετάγονται, πέρα στα θαμπά σημεία που στέκονταν τα τείχη του Πέλενορ. Οι φρουροί έβαλαν δυνατές φωνές και όλοι οι άντρες στην Πόλη πήραν τα όπλα. Τώρα όλο και πιο συχνά φαίνονταν κόκκινες λάμψεις και αργά μες στη βαριά ατμόσφαιρα ακούγονταν υπόκωφα μπουμπουνητά.

– Πήραν το τείχος! φώναζαν οι άντρες. Του ανατίναξαν ανοίγματα. Έρχονται!

– Πού είναι ο Φαραμίρ; φώναξε ο Μπέρεγκοντ απελπισμένα. Μη μου πείτε πως έπεσε!

Ο Γκάνταλφ ήταν που έφερε τα πρώτα νέα. Με μια χούφτα καβαλάρηδες ήρθε στη μέση του πρωινού ιππεύοντας σαν ακολουθία μιας σειράς κάρων. Ήταν γεμάτα τραυματισμένους άντρες, και όλους όσους μπορούσαν να διασωθούν απ’ την πανωλεθρία των Φρουρίων του Υπερυψωμένου Δρόμου. Αμέσως πήγε στον Ντένεθορ. Ο Άρχοντας της Πόλεως καθόταν τώρα σε ένα ψηλό διαμέρισμα πάνω από τη Μεγάλη Αίθουσα του Λευκού Πύργου με τον Πίπιν στο πλευρό του· και απ’ τα μισοφωτισμένα παράθυρα, βόρεια, νότια κι ανατολικά, έστρεφε τα σκοτεινά του μάτια, λες να τρυπήσει τις σκιές της μοίρας που τον περικύκλωναν. Περισσότερο κοιτούσε στο Βοριά και πότε πότε σταματούσε κι αφουγκραζόταν, λες και με κάποια αρχαία τέχνη τα αυτιά του να μπορούσαν να ακούσουν ποδοβολητά στους κάμπους μακριά.

– Ήρθε ο Φαραμίρ; ρώτησε.

– Όχι, είπε ο Γκάνταλφ. Αλλά ζούσε ακόμη όταν τον άφησα. Όμως αποφάσισε να μείνει με την οπισθοφυλακή, ώστε να μη γίνει η υποχώρηση στο Πέλενορ πανωλεθρία. Μπορεί, ίσως, να συγκρατήσει τους άντρες αρκετά, αν και πολύ αμφιβάλλω. Βρίσκεται αντιμέτωπος με πολύ μεγάλο εχθρό. Γιατί ένας που φοβόμουν ήρθε.

– Όχι, όχι ο Μαύρος Άρχοντας; ξεφώνισε ο Πίπιν, ξεχνώντας τη θέση του από το φόβο του.

Ο Ντένεθορ γέλασε πικρά.

– Όχι, όχι ακόμα, μαστρο-Πέρεγκριν! Δε θα έρθει παρά μόνο θριαμβευτής μπροστά μου, όταν θα τα έχει κερδίσει όλα. Χρησιμοποιεί άλλους για όπλα του. Έτσι κάνουν όλοι οι μεγάλοι άρχοντες, αν είναι σοφοί, κύριε Ανθρωπάκο. Ειδαλλιώς, γιατί κάθομαι εγώ εδώ και σκέπτομαι και ξαγρυπνώ και περιμένω, θυσιάζοντας και τους γιους μου ακόμα; Γιατί ακόμα μπορώ να κρατήσω σπαθί.

Σηκώθηκε όρθιος και άνοιξε το μακρύ μαύρο μανδύα του, και να! φορούσε πανοπλία από μέσα κι ήταν ζωσμένος μ’ ένα μακρύ σπαθί, με μεγάλη λαβή σ’ ένα θηκάρι μαύρο κι ασημένιο.

― Έτσι περπατώ κι έτσι τώρα για πολλά χρόνια κοιμάμαι, είπε, μην τυχόν με τα χρόνια το σώμα μου γίνει μαλθακό και δειλό.

– Όμως τώρα κάτω από τον Άρχοντα του Μπαράντ-ντουρ, ο πιο φοβερός απ’ όλους του τους καπεταναίους, είναι κιόλας κυρίαρχος του εξωτερικού σου τείχους, είπε ο Γκάνταλφ. Ο βασιλιάς της Άνγκμαρ πολύ παλιά, Μάγος, Δαχτυλιδοφάντασμα, Άρχοντας των Νάζγκουλ, ένα δόρυ τρόμου στο χέρι του Σόρον, σκιά απελπισίας.

– Επομένως, Μιθραντίρ, έχεις εχθρό αντάξιό σου, είπε ο Ντένεθορ. Όσο για μένα, ξέρω από πολύν καιρό πως είναι ο αρχηγός των στρατιών του Μαύρου Πύργου. Αυτό είναι όλο κι όλο που γύρισες να πεις; Ή μήπως έφυγες, γιατί βρήκες το δάσκαλό σου;

Ο Πίπιν έτρεμε, γιατί φοβήθηκε πως ο θυμός του Γκάνταλφ θα ξεσπούσε απότομα, αλλά φοβήθηκε άδικα.

– Μπορεί και να ’ναι έτσι, απάντησε μαλακά ο Γκάνταλφ. Αλλά δεν έφτασε η ώρα να δοκιμάσουμε τη δύναμή μας. Και αν αυτά που έχουν ειπωθεί παλιά είναι αληθινά, αυτός δε θα πέσει από χέρι άντρα και είναι κρυμμένη απ’ τους Σοφούς η μοίρα που τον περιμένει. Αλλά, όπως και να ’χει το πράγμα, ο Καπετάνιος της Απελπισίας δε βγαίνει μπροστά, ακόμα. Κυβερνά μάλλον σύμφωνα με τη σοφία που τώρα δα μίλησες, από, τα μετόπισθεν, εξωθώντας τους σκλάβους του σαν τρελούς μπροστά του.