Αλλά ο Ντένεθορ δεν τους άφησε να πάνε μακριά. Αν και ο εχθρός αναχαιτίσθηκε και για την ώρα απωθήθηκε, μεγάλες δυνάμεις έμπαιναν μέσα από την Ανατολή. Ξανά αντήχησε η σάλπιγγα, σαλπίζοντας υποχώρηση. Το ιππικό της Γκόντορ σταμάτησε. Πίσω από την κάλυψή τους οι προκεχωρημένες μονάδες ανασυντάχθηκαν. Τώρα επέστρεφαν προχωρώντας σταθερά. Έφτασαν στην Πύλη της Πόλεως και μπήκαν μέσα, με περήφανο βήμα· και με περηφάνια οι άνθρωποι της Πόλης τους κοιτούσαν και τους επαινούσαν, χωρίς να παύουν να έχουν βαριά καρδιά. Γιατί οι μονάδες είχαν αποδεκατιστεί οικτρά. Ο Φαραμίρ είχε χάσει το ένα τρίτο των αντρών του. Κι αυτός πού ήταν;
Τελευταίος απ’ όλους ήρθε. Οι άντρες του πέρασαν μέσα. Οι έφιπποι ιππότες γύρισαν και πίσω τους το λάβαρο του Ντολ Άμροθ και ο Πρίγκιπας. Και στα χέρια του μπροστά στο άλογό του έφερνε το σώμα του συγγενή του, του Φαραμίρ γιου του Ντένεθορ, που τον βρήκε χτυπημένο στο πεδίο της μάχης.
«Φαραμίρ! Φαραμίρ!» φώναζαν οι άντρες, κλαίγοντας στους δρόμους. Αλλά αυτός δεν απαντούσε και τον ανέβασαν ανηφορίζοντας το φιδογυριστό δρόμο ψηλά στο Κάστρο στον πατέρα του. Την ώρα που οι Νάζγκουλ έστριψαν κι απομακρύνθηκαν από την επίθεση του Άσπρου Καβαλάρη, ήρθε πετώντας ένα θανατερό βέλος, και ο Φαραμίρ, καθώς είχε στριμώξει έναν έφιππο παλικαρά του Χαράντ, έπεσε καταγής. Μόνο η επίθεση του Ντολ Άμροθ τον έσωσε από τα κόκκινα σπαθιά των Νοτίων, που θα τον είχαν κατακάψει εκεί όπως ήταν πεσμένος.
Ο Πρίγκιπας Ιμραχίλ έφερε το Φαραμίρ στο Λευκό Πύργο και είπε: «Ο γιος σου επέστρεψε, άρχοντα, ύστερα από μεγάλα κατορθώματα», και είπε όλα όσα είχε δει. Αλλά ο Ντένεθορ σηκώθηκε και κοίταξε το πρόσωπο του γιου του και έμεινε σιωπηλός. Ύστερα έδωσε διαταγή να ετοιμάσουν ένα κρεβάτι στο δωμάτιο, να βάλουν το Φαραμίρ πάνω και να φύγουν, Αλλά αυτός ανέβηκε μόνος του στο μυστικό δωμάτιο κατάκορφα στον Πύργο· και πολλοί που κοίταξαν ψηλά, εκεί τότε είδαν ένα χλωμό φως που έφεγγε και τρεμόπαιζε στα στενά παράθυρα για λίγο κι ύστερα άστραψε κι έσβησε. Και όταν ο Ντένεθορ κατέβηκε πάλι, πήγε στο Φαραμίρ και κάθισε πλάι του αμίλητος, αλλά το πρόσωπο του Άρχοντα ήταν σταχτί, πιο νεκρικό απ’ του γιου του.
Έτσι τώρα, επιτέλους, η Πόλη ήταν πολιορκημένη, περικυκλωμένη από έναν κλοιό εχθρών. Το Ράμας είχε πέσει και όλο το Πέλενορ είχε εγκαταλειφθεί στον Εχθρό. Τα τελευταία νέα που ήρθαν έξω από τα τείχη τα έφεραν κάτι άντρες που ήρθαν τρέχοντας από το βορινό δρόμο πριν κλείσει η Πύλη. Ήταν τα απομεινάρια της φρουράς που διατηρούσαν σε εκείνο το σημείο, όπου ο δρόμος από το Ανόριεν και το Ρόαν έμπαιναν σε κατοικημένες περιοχές. Επικεφαλής είχαν τον Ίνγκολντ, αυτόν που είχε αφήσει να περάσουν ο Γκάνταλφ και ο Πίπιν λιγότερο από πέντε μέρες πριν, τότε που ο ήλιος έβγαινε ακόμα και το πρωινό έφερνε ελπίδες.
– Δεν υπάρχουν νέα από τους Ροχίριμ, είπε. Το Ρόαν δε θα έρθει τώρα. Ή κι αν έρθουν, δε θα μας ωφελήσουν. Ο καινούριος στρατός, που είχαμε πληροφορίες, ήρθε πρώτος, περνώντας τον Ποταμό από το Άντρος, λένε. Είναι ισχυρός: τάγματα Ορκ του Ματιού και αμέτρητοι λόχοι Ανθρώπων άλλου είδους, που δεν έχουμε συναντήσει άλλη φορά. Όχι ψηλοί, αλλά γεροδεμένοι κι άγριοι, γενειοφόροι σαν νάνοι, που δουλεύουν μεγάλα τσεκούρια. Υποθέτουμε πως προέρχονται από κάποια άγρια χώρα της απέραντης Ανατολής. Ελέγχουν το βορινό δρόμο· και πολλοί έχουν εισδύσει στο Ανόριεν. Οι Ροχίριμ δεν μπορούν να έρθουν.
Η Πύλη κλείστηκε. Όλη τη νύχτα οι φρουροί στα τείχη άκουγαν την οχλοβοή των εχθρών που περνοδιάβαιναν έξω καίγοντας χωράφια και δέντρα και πετσόκοβαν τον καθένα που έβρισκαν έξω, ζωντανό ή νεκρό. Ο αριθμός που είχε κιόλας περάσει το Ποτάμι δεν μπορούσε να υπολογιστεί στο σκοτάδι, αλλά όταν το πρωί, ή μάλλον η θαμπή σκιά του, ξεγλίστρησε πάνω στον κάμπο, είδαν πως ακόμα κι ο φόβος της νύχτας δεν τους είχε υπερβάλει. Ο κάμπος μαύριζε από τους λόχους τους και ως εκεί που έφτανε με δυσκολία το μάτι στη θολούρα ξεφύτρωναν, σαν δηλητηριώδη μανιτάρια, παντού ολόγυρα στην πολιορκημένη πόλη στρατόπεδα με αντίσκηνα, μαύρα ή σκούρα κόκκινα.
Ορκ πολυάσχολοι σαν μυρμήγκια έσκαβαν, έσκαβαν μακριά χαρακώματα σχηματίζοντας έναν τεράστιο κλοιό, ακριβώς στο σημείο που δεν τους έφταναν βέλη από τα τείχη· και μόλις τελείωνε το κάθε χαράκωμα το γέμιζαν φωτιά, αν και το πώς την άναβαν ή την τροφοδοτούσαν, από κάποιο τέχνασμα ή διαβολιά, κανείς δεν μπορούσε να δει. Όλη την ημέρα το έργο συνεχιζόταν, ενώ οι άνθρωποι της Μίνας Τίριθ παρακολουθούσαν, ανίκανοι να το εμποδίσουν. Και καθώς κάθε χαντάκι τελείωνε, μπορούσαν να δουν μεγάλα κάρα να πλησιάζουν και σύντομα κι άλλοι λόχοι του εχθρού έστηναν στο άψε σβήσε, ο καθένας πίσω απ’ το προκάλυμμα κάποιου χαρακώματος, μεγάλες μηχανές για να εκσφενδονίζουν βλήματα. Και δεν υπήρχαν καθόλου πάνω στα τείχη της Πόλης μηχανές αρκετά μεγάλες, που να φτάνουν τόσο μακριά ή να μπορούν να σταματήσουν τα έργα.