Выбрать главу

Στην αρχή οι άντρες γελούσαν και δεν πολυφοβόντουσαν τέτοια πράγματα. Γιατί το κυρίως τείχος της Πόλης είχε τεράστιο ύψος και θαυμαστό πάχος, κατασκευασμένο πριν η δύναμη και η τέχνη του Νούμενορ μικρύνει στην εξορία· και η εξωτερική του όψη ήταν σαν τον Πύργο του Όρθανκ, σκληρή και σκοτεινή και λεία, ακατάβλητη από ατσάλι ή φωτιά, άθραυστη, εκτός κι από κάποια σύσπαση που θα έσκιζε την ίδια τη γη που ήταν θεμελιωμένο.

«Όχι, έλεγαν, ούτε κι αν ερχόταν ο ίδιος ο Ακατανόμαστος, ούτε κι αυτός δε θα μπορούσε να μπει εδώ, όσο που εμείς ακόμα ζούμε.» Μερικοί όμως απαντούσαν: «Όσο εμείς ακόμα ζούμε; Για πόσο ακόμα;» Έχει ένα όπλο που έχει ρίξει πολλά ισχυρά οχυρά απ’ την αρχή του κόσμου: την πείνα. Οι δρόμοι είναι αποκομμένοι. Το Ρόαν δε θα έρθει.

Αλλά οι μηχανές δε χαράμιζαν βολές στο απόρθητο τείχος, Δεν ήταν ληστής ή αρχηγίσκος ορκ αυτός που είχε διατάξει την επίθεση στο μεγαλύτερο εχθρό του Άρχοντα της Μόρντορ. Την καθοδηγούσε μια δύναμη κι ένας νους πονηρός. Μόλις οι τεράστιοι καταπέλτες στήθηκαν, με πολλές κραυγές και τριξίματα σκοινιών και βιντσιών, άρχισαν να ρίχνουν βλήματα τόσο ψηλό., που περνούσαν πάνω από τις επάλξεις κι έπεφταν μ’ ένα βρόντο μέσα στον πρώτο κύκλο της Πόλης· και πολλά απ’ αυτά με κάποια μυστική τέχνη έσκαγαν όλο φλόγες μόλις έπεφταν κάτω.

Πολύ γρήγορα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος πυρκαγιάς πίσω από το τείχος και όλοι, όσοι μπορούσαν, ήταν απασχολημένοι να σβήνουν τις φλόγες που ξεπηδούσαν σε πολλά σημεία. Τότε ανάμεσα στις μεγαλύτερες βολές έπεσε διαφορετικό χαλάζι, λιγότερο καταστρεπτικό, αλλά πια φοβερό. Παντού στους δρόμους και στα δρομάκια πίσω από την Πύλη κυλούσαν χάμω μικρά στρογγυλά βλήματα, που δεν έκαιγαν. Αλλά όταν οι άντρες έτρεξαν να δουν τι είναι, έβαλαν δυνατές φωνές και κλάματα. Γιατί οι εχθροί έριχναν στην Πόλη όλα τα κεφάλια όσων είχαν πέσει πολεμώντας στην Οσγκίλιαθ ή στο Ράμας ή στα χωράφια. Είχαν όψη φοβερή· γιατί αν και μερικά ήταν λιωμένα και αγνώριστα και μερικά άγρια κρεουργημένα, όμως πολλά είχαν χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα και έδειχναν πως είχαν πεθάνει υποφέροντας· και όλα ήταν μαρκαρισμένα με το βρομερό σημάδι του Αβλέφαρου Ματιού. Αλλά κι έτσι κατακρεουργημένα κι ατιμασμένα, όπως ήταν, συχνά τύχαινε κάποιος και ξανάβλεπε το πρόσωπο κάποιου που ήξερε, που περπατούσε περήφανα αρματωμένος ή όργωνε τα χωράφια ή πήγαινε για κάποια γιορτή από τις πράσινες κοιλάδες στους λόφους.

Μάταια οι άντρες κουνούσαν τις γροθιές τους στους ανελέητους εχθρούς που συνωστίζονταν μπροστά στην Πύλη. Τις κατάρες δεν τις λογάριαζαν, ούτε καταλάβαιναν τη γλώσσα των δυτικών ανθρώπων, ξεφωνίζοντας με στριγκές φωνές σαν ζώα και όρνεα. Αλλά σε λίγο ελάχιστοι έμειναν στη Μίνας Τίριθ που είχαν καρδιά να σταθούν και να προκαλέσουν τις στρατιές της Μόρντορ. Γιατί ακόμα κι ένα άλλο όπλο, ταχύτερο από την πείνα, είχε ο Άρχοντας του Μαύρου Πύργου: το φόβο και την απελπισία.

Οι Νάζγκουλ ήρθαν πάλι και, όπως ο Σκοτεινός τους Άρχοντας τώρα μεγάλωνε και άπλωνε τη δύναμή του, έτσι και οι φωνές τους, που φανέρωναν μόνο τη θέλησή του και την κακία του, ήταν γεμάτες κακία και φρίκη. Συνεχώς έκαναν κύκλους γύρω από την Πόλη, σαν όρνεα που περιμένουν να χορτάσουν από τις σάρκες των καταδικασμένων ανθρώπων. Πετούσαν εκτός βολής, αόρατοι και όμως πάντα παρόντες, και οι θανατερές φωνές τους ξέσκιζαν τον αέρα. Όλο και περισσότερο ανυπόφορες γίνονταν, όχι λιγότερο, με κάθε καινούρια κραυγή. Τέλος, ακόμα κι οι πιο λεοντόκαρδοι έπεφταν καταγής, καθώς η κρυμμένη απειλή περνούσε από πάνω τους, ή θα στέκονταν, αφήνοντας τα όπλα τους να πέσουν από μουδιασμένα χέρια, ενώ κυρίευε το νου τους μια μαυρίλα και έπαυαν να σκέπτονται τον πόλεμο, αλλά σκέπτονταν μονάχα να συρθούν και να κρυφτούν και να πεθάνουν.

Όλη αυτή τη μαύρη μέρα ο Φαραμίρ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του στο δωμάτιο του Λευκού Πύργου, ψηνόταν στον πυρετό και παραληρούσε· «πεθαίνει» είπε κάποιος και σε λίγο «πεθαίνει» έλεγαν όλοι οι άντρες πάνω στα τείχη και στους δρόμους. Και στο πλευρό του καθόταν ο πατέρας του και δεν έλεγε τίποτα, μόνο τον παρακολουθούσε και δεν έδινε σημασία πια στην άμυνα.

Ο Πίπιν δεν είχε ξαναπεράσει πιο μαύρες ώρες, ούτε και στα νύχια των Ουρούκ-χάι. Ήταν στα καθήκοντά του να υπηρετεί τον Άρχοντα, κι εκεί περίμενε, ξεχασμένος κατά τα φαινόμενα, στημένος πλάι στην πόρτα του σκοτεινού δωματίου, καταπνίγοντας τους φόβους του, όσο πιο καλά μπορούσε. Και καθώς παρακολουθούσε, του φάνηκε πως ο Ντένεθορ γέρασε μπροστά στα μάτια του, λες και κάτι να είχε σπάσει στην περήφανη θέλησή του και ο αυστηρός νους του να είχε σαλέψει. Ίσως να ήταν δημιούργημα της λύπης του και τύψεις. Είδε δάκρυα σ’ εκείνο το κάποτε αδάκρυτο πρόσωπο, πιο οδυνηρά από θυμό.