Выбрать главу

– Μην κλαις, άρχοντα, κόμπιασε. Μπορεί να γίνει καλά. Ρώτησες τον Γκάνταλφ;

– Μη με παρηγορείς με μάγους! είπε ο Ντένεθορ. Η τρελή ελπίδα απέτυχε. Ο Εχθρός το βρήκε και τώρα η δύναμή του αυξάνεται· Βλέπει και τις ενδόμυχες σκέψεις μας κι ό,τι κι αν κάνουμε είναι ολέθριο.

»Έδιωξα το γιο μου, δίχως ευχαριστώ, δίχως την ευλογία μου, σε περιττό κίνδυνο κι εδώ κείται με δηλητήριο στις φλέβες του. Όχι, όχι, ό,τι κι αν γίνει τώρα στον πόλεμο, και η δική μου γενιά τελειώνει, ακόμα και ο Οίκος των Επιτρόπων απέτυχε. Ποταποί άνθρωποι θα κυβερνήσουν τα τελευταία υπολείμματα των Βασιλέων των Ανθρώπων, που θα κρύβονται στα βουνά ώσπου να τους ξεκάνουν όλους.

Ήρθαν άντρες στην πόρτα ζητώντας τον Άρχοντα της Πόλεως.

– Όχι, δε θα κατέβω, είπε. Πρέπει να μείνω πλάι στο γιο μου. Μπορεί να μιλήσει ακόμα πριν το τέλος. Αλλά κι αυτό πλησιάζει. Ακολουθήστε όποιον θέλετε, ακόμα και τον Γκρίζο Τρελό, αν κι ελπίδες του χάθηκαν. Εγώ θα μείνω εδώ.

Κι έτσι έγινε κι ο Γκάνταλφ ανέλαβε την τελευταία άμυνα της Πόλεως της Γκόντορ. Όπου πήγαινε οι καρδιές των ανθρώπων αναθαρρούσαν και ξεχνούσαν τις φτερωτές σκιές. Ακούραστα πήγαινε από το Κάστρο στην Πύλη, απ’ το βοριά στο νότο, παντού στα τείχη· και μαζί του πήγαινε ο Πρίγκιπας του Ντολ Άμροθ με τη γυαλιστερή πανοπλία του. Γιατί αυτός και οι ιππότες του ακόμα στέκονταν σαν άρχοντες, που μέσα τους το αίμα της φυλής του Νούμενορ έτρεχε καθαρό στις φλέβες τους. Οι άντρες που τους έβλεπαν ψιθύριζαν λέγοντας: «Οι αρχαίες παραδόσεις μάλλον μιλούν αληθινά· υπάρχει αίμα Ξωτικό στις φλέβες τούτων των ανθρώπων, γιατί ο λαός της Νίμροντελ έμενε σ’ εκείνον τον τόπο κάποτε πολύ παλιά». Και τότε κάποιος θα τραγουδούσε μες στη σκοτεινιά μερικές στροφές απ’ το Έπος της Νίμροντελ, ή άλλα τραγούδια της Κοιλάδας του Άντουιν από χρόνια χαμένα.

Κι όμως – όταν έφευγαν, οι σκιές πλάκωναν πάλι τους άντρες και οι καρδιές τους πάγωναν και η αντρειοσύνη της Γκόντορ γινόταν στάχτη. Κι έτσι αργά αργά πέρασαν μια θαμπή μέρα γεμάτη φόβους και μπήκαν στο σκοτάδι μιας απελπισμένης νύχτας. Πυρκαγιές τώρα λυσσομανούσαν χωρίς έλεγχο στον πρώτο κύκλο της Πόλης και η φρουρά πάνω στο εξωτερικό τείχος ήταν κιόλας σε πολλά σημεία αποκομμένη από κάθε υποχώρηση. Αλλά οι πιστοί που έμεναν εκεί στα πόστα τους ήταν λιγοστοί· οι περισσότεροι το είχαν σκάσει πίσω από τη δεύτερη πύλη.

Μακριά, πίσω από τη μάχη, είχαν γρήγορα γεφυρώσει τον Ποταμό και ολόκληρη την ημέρα περισσότερες δυνάμεις και πολεμικός εξοπλισμός είχαν περάσει απέναντι. Και τώρα, τέλος, τα μεσάνυχτα εξαπολύθηκε η επίθεση, Η εμπροσθοφυλακή πέρασε μέσα από τα φλεγόμενα χαρακώματα από πολλά πλάγια μονοπάτια που είχαν αφήσει ανάμεσά τους. Συνεχώς προχωρούσαν, αδιαφορώντας για τις απώλειές τους καθώς πλησίαζαν, εξακολουθώντας να είναι μαζεμένοι σαν κοπάδια, εντός βολής των τοξοτών στα τείχη. Αλλά στην πραγματικότητα είχαν απομείνει πάρα πολύ λίγοι τώρα για να τους προξενήσουν μεγάλη ζημιά, αν και το φως από τις φωτιές έδειχνε πολλούς στόχους για τοξότες τόσο επιδέξιους, όσο η Γκόντορ κάποτε καυχιόταν πως είχε. Τότε βλέποντας πως η ανδρεία της Πόλης είχε κιόλας καμφθεί, ο κρυμμένος Καπετάνιος ανέπτυξε τις δυνάμεις του. Αργά οι μεγάλοι εκπολιορκητικοί πύργοι, που είχαν κατασκευαστεί στην Οσγκίλιαθ, πλησίασαν κυλώντας στο σκοτάδι.

Αγγελιαφόροι ήρθαν ξανά στο δωμάτιο του Λευκού Πύργου και ο Πίπιν τους άφησε να περάσουν, γιατί είχαν πολλά επείγοντα μηνύματα. Ο Ντένεθορ γύρισε το κεφάλι του αργά απ’ το πρόσωπο του Φαραμίρ και τους κοίταξε σιωπηλά.

– Ο πρώτος κύκλος της Πόλης καίγεται, άρχοντα, είπαν. Ποιες είναι οι διαταγές σου; Εσύ είσαι ακόμα ο Άρχοντας κι ο Επίτροπος. Δεν υπακούουν όλοι στο Μιθραντίρ. Οι άντρες το βάζουν στα πόδια από τα τείχη και τα αφήνουν ανυπεράσπιστα.

– Γιατί; Γιατί το βάζουν στα πόδια οι ανόητοι; είπε ο Ντένεθορ. Καλύτερα να καούμε γρηγορότερα παρά αργότερα, γιατί θα καούμε έτσι κι αλλιώς. Γυρίστε πίσω στη φωτιά σας! Κι εγώ; Εγώ τώρα θα πάω στην πυρά μου. Στην πυρά μου! Όχι μαυσωλείο για τον Ντένεθορ και το Φαραμίρ. Όχι μνημείο! Όχι ο μακρύς αργός ύπνος του βαλσαμωμένου θανάτου. Θα καούμε σαν τους βαρβάρους βασιλιάδες τότε, που δεν είχε ακόμα φτάσει πλοίο από τη Δύση. Η Δύση έχει ξοφλήσει. Γυρίστε πίσω να καείτε!