Выбрать главу

Οι αγγελιαφόροι χωρίς υπόκλιση ή απάντηση γύρισαν και το ’βαλαν στα πόδια,

– Έχε γεια! είπε. Έχε γεια, Πέρεγκριν γιε του Πάλαντιν! Ήταν σύντομη η υπηρεσία σου και τώρα πλησιάζει στο τέλος. Σε απαλλάσσω γι’ αυτό το λίγο που απομένει. Πήγαινε τώρα να πεθάνεις μ’ όποιον τρόπο σου αρέσει καλύτερα. Και με όποιον θέλεις, ακόμα και μ’ εκείνον το φίλο που η ανοησία του σε έφερε σ’ αυτόν το θάνατο. Στείλε μου τους υπηρέτες μου και ύστερα φύγε. Έχε γεια!

– Εγώ δε θα πω έχε γεια, άρχοντά μου, είπε ο Πίπιν γονατίζοντας, και ύστερα ξαφνικά σαν χόμπιτ γι’ άλλη μια φορά, σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε το γέροντα κατάματα: Θα πάρω την άδεια που μου δίνεις, κύριε, είπε· γιατί θέλω να δω τον Γκάνταλφ, πάρα πολύ μάλιστα. Αλλά δεν είναι ανόητος· κι εγώ δε θα σκεφτώ να πεθάνω, αν εκείνος δεν απελπιστεί πως θα ζήσουμε. Αλλά από το λόγο που σου έδωσα και την υπηρεσία σου δε θέλω να με απαλλάξεις όσο ζεις. Και αν έρθουν τέλος στο Κάστρο, ελπίζω να είμαι εδώ και να σταθώ πλάι σου και να κερδίσω ίσως τα όπλα που μου έχεις δώσει.

– Κάνε όπως θέλεις, μαστρο-Ανθρωπάκι, είπε ο Ντένεθορ. Αλλά η ζωή μου είναι κομμάτια. Στείλε μου τους υπηρέτες μου! Ξαναγύρισε στο Φαραμίρ.

Ο Πίπιν τον άφησε και φώναξε τους υπηρέτες και ήρθαν: έξι άντρες παλατιανοί, δυνατοί κι ωραίοι· όμως έτρεμαν όταν τους κάλεσε. Αλλά με ήρεμη φωνή ο Ντένεθορ τους είπε να βάλουν ζεστά σκεπάσματα στο κρεβάτι του Φαραμίρ και να το σηκώσουν. Αυτοί υπάκουσαν και σηκώνοντας το κρεβάτι το έβγαλαν από το δωμάτιο. Προχωρούσαν αργά για να ενοχλούν τον άντρα με τον πυρετό όσο λιγότερο ήταν δυνατό και ο Ντένεθορ, γέρνοντας τώρα σε ένα μπαστούνι, τους ακολουθούσε· και τελευταίος ερχόταν ο Πίπιν.

Βγήκαν από το Λευκό Πύργο και προχώρησαν, λες σε κηδεία, έξω στο σκοτάδι, όπου το σύννεφο που κρεμόταν πάνω απ’ τα κεφάλια τους άναβε από κάτω με αναλαμπές κόκκινες μουντές. Σιγά πέρασαν τη μεγάλη αυλή και σ’ ένα λόγο του Ντένεθορ σταμάτησαν πλάι στο Ξεραμένο Δέντρο.

Όλα ήταν σιωπηλά, εκτός απ’ τον αχό του πολέμου στην Πόλη κάτω, και άκουγαν το νερό να σταλάζει λυπητερά από τα νεκρά κλαδιά στη σκοτεινή λιμνούλα. Ύστερα πέρασαν την πύλη του Κάστρου, όπου ο φρουρός τους κοίταζε με απορία κι απελπισία καθώς προσπέρασαν. Στρίβοντας δυτικά έφτασαν τέλος σε μία πόρτα στο πίσω μέρος του τείχους του έκτου κύκλου. Φεν Χόλεν την έλεγαν, γιατί ήταν πάντα κλειστή, εκτός όταν γίνονταν κηδείες, και μόνο ο Άρχοντας της Πόλεως επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει αυτόν το δρόμο, ή εκείνοι που είχαν τα διάσημα των τάφων και φρόντιζαν τους οίκους των νεκρών. Πίσω της πήγαινε ένας ελικωτός δρόμος που κατέβαινε με πολλές στροφές σ’ ένα στενό κομμάτι γης, κάτω από τη σκιά του κατακόρυφου γκρεμού του Μιντολούιν, όπου στέκονταν τα μαυσωλεία των νεκρών Βασιλέων και των Επιτρόπων τους.

Ένας θυρωρός καθόταν σ’ ένα μικρό σπιτάκι δίπλα και με φόβο στα μάτια βγήκε κρατώντας ένα φανάρι στο χέρι. Στη διαταγή του Άρχοντα ξεκλείδωσε την πόρτα κι αυτή άνοιξε προς τα πίσω αθόρυβα· κι αυτοί πέρασαν παίρνοντας το φανάρι από το χέρι του. Ήταν σκοτεινά στον κατηφορικό δρόμο που περνούσε ανάμεσα από αρχαία τείχη και σειρές κάγκελα που ξεπετάγονταν στο λικνιστό φως του φαναριού. Το αργό τους βήμα αντηχούσε καθώς κατηφόριζαν όλο και πιο κάτω, ώσπου τέλος έφτασαν στην Οδό της Σιωπής, στη Ραθ Ντίνεν, ανάμεσα στους χλωμούς τρούλους και στα άδεια παλάτια και στα ομοιώματα αντρών από καιρούς νεκρών και μπήκαν στον Οίκο των Επιτρόπων κι ακούμπησαν κάτω το φορτίο τους.

Εκεί ο Πίπιν, κοιτάζοντας ανήσυχα γύρω του, είδε πως βρισκόταν σε έναν ευρύχωρο θάλαμο με τρούλο, που ήταν ντυμένος λες με τις μεγάλες σκιές που το μικρό φανάρι έριχνε στους κρυμμένους τοίχους. Και αμυδρά διακρίνονταν πολλές σειρές τραπέζια, μαρμαροσκάλιστα· και πάνω σε κάθε τραπέζι κειτόταν μια κοιμισμένη μορφή, με τα χέρια διπλωμένα, και το κεφάλι σε μαρμάρινο προσκέφαλο. Αλλά ένα τραπέζι κοντά στεκόταν φαρδύ και γυμνό. Πάνω του, σ’ ένα νεύμα του Ντένεθορ, έβαλαν το Φαραμίρ και τον πατέρα του πλάι πλάι και τους σκέπασαν με ένα κάλυμμα και ύστερα στάθηκαν με σκυμμένα τα κεφάλια, όπως αυτοί που πενθούν πλάι σ’ ένα νεκροκρέβατο. Ύστερα ο Ντένεθορ μίλησε με χαμηλή φωνή:

~ Εδώ θα περιμένουμε, είπε. Αλλά μη φωνάξετε τους βαλσαμωτές. Φέρτε μας ξύλα εύκολα να καούν και βάλτε τα ολόγυρά μας και από κάτω· και βρέξτε τα με πετρέλαιο. Κι όταν σας πω, θα βάλετε φωτιά. Κάνετε αυτό και μη μου μιλάτε άλλο. Έχετε γεια!

– Με την άδειά σου, άρχοντα! είπε ο Πίπιν και γύρισε και το ’βαλε στα πόδια κατατρομαγμένος από το νεκρικό οίκο.

«Καημένε Φαραμίρ!» συλλογίστηκε. «Πρέπει να βρω τον Γκάνταλφ. Καημένε Φαραμίρ. Κατά πάσα πιθανότητα χρειάζεται περισσότερο φάρμακα παρά δάκρυα. Αχ, πού μπορώ να βρω τον Γκάνταλφ; Όπου τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, φαντάζομαι· και δε θα έχει καιρό να διαθέσει για ετοιμοθάνατους ή για τρελούς.»