Выбрать главу

Στην πόρτα στράφηκε σ’ έναν από τους υπηρέτες που είχε μείνει φρουρός εκεί.

– Ο κύριός σου δεν είναι στα καλά του, είπε. Αργά αργά! Μη φέρετε φωτιά σ’ αυτό το μέρος όσο ζει ο Φαραμίρ! Μην κάνετε τίποτα, ώσπου να έρθει ο Γκάνταλφ!

– Ποιος είναι ο αφέντης της Μίνας Τίριθ; απάντησε ο άντρας. Ο Άρχοντας Ντένεθορ ή ο Γκρίζος Ταξιδευτής;

– Ο Γκρίζος Ταξιδευτής ή κανείς, κατά τα φαινόμενα, είπε ο Πίπιν, κι έτρεξε πίσω ανηφορίζοντας το στριφογυριστό δρόμο όσο πιο γρήγορα τον πήγαιναν τα πόδια του.

Πέρασε τον έκπληκτο θυρωρό, βγήκε από την πόρτα και συνέχισε, ώσπου έφτασε στην πύλη του Κάστρου. Ο φρουρός τον χαιρέτησε καθώς περνούσε και αναγνώρισε τη φωνή του Μπέρεγκοντ.

– Για πού πας τρέχοντας, κύριε Πέρεγκριν; φώναξε.

– Να βρω το Μιθραντίρ, απάντησε ο Πίπιν.

– Τα θελήματα του άρχοντα είναι επείγοντα και δεν πρέπει να καθυστερούνται από μένα, είπε ο Μπέρεγκοντ· αλλά πες μου γρήγορα, αν μπορείς: τι τρέχει; Πού πήγε ο Άρχοντάς μου; Μόλις τώρα ανέλαβα υπηρεσία, αλλά άκουσα πως πέρασε κατά την Κλεισμένη Πόρτα και άντρες μετέφεραν το Φαραμίρ μπροστά του.

– Ναι, είπε ο Πίπιν, στην Οδό της Σιωπής.

Ο Μπέρεγκοντ έσκυψε το κεφάλι του για να κρύψει τα δάκρυά του.

– Είπαν πως ξεψυχούσε, αναστέναξε, και τώρα πέθανε.

– Όχι, είπε ο Πίπιν, όχι ακόμα. Και ακόμα και τώρα μπορούμε να εμποδίσουμε το θάνατο του, νομίζω. Αλλά ο Άρχοντας της Πόλεως, Μπέρεγκοντ, έχει πέσει πριν πάρουν την πόλη. Τον έχει κυριέψει επιθυμία θανάτου και είναι επικίνδυνος. (Γρήγορα του είπε τα παράξενα λόγια και έργα του Ντένεθορ.) Πρέπει να βρω τον Γκάνταλφ αμέσως.

– Τότε πρέπει να πας κάτω στη μάχη.

– Ξέρω. Ο Άρχοντας μου έχει δώσει άδεια. Αλλά, Μπέρεγκοντ, αν μπορείς, κάνε κάτι να μην αφήσεις να γίνει τίποτα τρομερό.

– Ο Άρχοντας δεν επιτρέπει αυτούς που φορούν τα ασημομαύρα να αφήνουν το πόστο τους για κανένα λόγο, εκτός από δική του διαταγή.

– Λοιπόν, πρέπει να διαλέξεις ή τις διαταγές ή τη ζωή του Φαραμίρ, είπε ο Πίπιν. Κι όσο για τους άλλους, νομίζω πως έχετε να κάνετε μ’ έναν τρελό, όχι άρχοντα. Πρέπει να τρέξω. Αν μπορέσω, θα επιστρέψω.

Συνέχισε να τρέχει, κάτω, όλο και πιο κάτω, κατά την εξωτερική πόλη. Άντρες που έτρεχαν, φεύγοντας απ’ τις φωτιές, τον περνούσαν και μερικοί, βλέποντας τη στολή του, γύριζαν και του φώναζαν, αλλά δεν έδινε σημασία. Τέλος, πέρασε τη Δεύτερη Πύλη, που πίσω της τεράστιες φωτιές πετάγονταν ανάμεσα στα τείχη. Κι όμως όλα του φάνηκαν παράξενα σιωπηλά. Κανένας θόρυβος ούτε κραυγές μάχης ούτε κλαγγή όπλων δεν ακουγόταν. Τότε ξαφνικά ακούστηκε μια τρομερή κραυγή και μια μεγάλη δόνηση και ένα βαθύ αντιβούισμα. Πιέζοντας τον εαυτό του ενάντια σ’ ένα ρεύμα φόβου και τρόμου, που τον συγκλόνισε και παραλίγο να τον ρίξει στα γόνατα, ο Πίπιν έστριψε μια γωνία που έβγαζε σε ένα πλάτωμα πίσω από την Πύλη της Πόλεως. Κοκάλωσε. Είχε βρει τον Γκάνταλφ· αλλά μαζεύτηκε πίσω, ζαρώνοντας στη σκιά.

Από τα μεσάνυχτα η μεγάλη επίθεση εξακολουθούσε. Τα τύμπανα χτυπούσαν. Από τα βορινά και τα νότια, ο ένας λόχος ύστερα από τον άλλο, ο εχθρός έπεφτε στα τείχη. Έρχονταν μεγάλα ζώα, σαν κινούμενα σπίτια στο κόκκινο τρεμουλιαστό φως, οι mûmakil του Χαράντ, τραβώντας από τα δρομάκια ανάμεσα από τις φωτιές τεράστιους πύργους και μηχανές. Όμως ο Καπετάνιος τους δε νοιαζόταν και πολύ για το τι έκαναν ή πόσοι χάνονταν: ο σκοπός τους ήταν μόνο να δοκιμάσουν τη δύναμη της άμυνας και να απασχολούν τους άντρες της Γκόντορ σε πολλά σημεία. Ήταν ενάντια στην Πύλη που θα έριχνε το μεγαλύτερό του βάρος. Μπορεί να ήταν πολύ ισχυρή, από ατσάλι και σίδερο, όμως ήταν το κλειδί, το πιο αδύνατο σημείο σε όλο αυτό το ψηλό και αδιαπέραστο τείχος.

Τα τύμπανα χτύπησαν δυνατότερα. Φωτιές ξεπετάχτηκαν. Μεγάλες μηχανές προχωρούσαν αργά στα χωράφια· και ανάμεσά τους ήταν ένας τεράστιος εκπολιορκητικός κριός, μεγάλος σαν δέντρο του δάσους, εκατό πόδια μήκος, αιωρούμενος σε τεράστιες αλυσίδες. Για πολύν καιρό τον σφυρηλατούσαν στα σκοτεινά σιδηρουργεία της Μόρντορ, και στο φοβερό του κεφάλι, χυμένο από μαύρο ατσάλι, είχε δοθεί η όψη μαινόμενου λύκου· πάνω του ήταν γραμμένα μάγια καταστροφής. Τον έλεγαν Γκροντ, σε ανάμνηση του Σφυριού του Κάτω Κόσμου παλιά. Τεράστια ζώα τον έσερναν, ορκ τον περιέβαλλαν και πίσω του βάδιζαν γίγαντες των βουνών για να τον χειριστούν.

Αλλά γύρω στην Πύλη η αντίσταση ήταν ακόμα σθεναρή, κι εκεί οι ιππότες του Ντολ Άμροθ και οι πιο γενναίοι της φρουράς βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Βλήματα και βέλη έπεφταν βροχή· πολιορκητικοί πύργοι έσπαζαν ή φλέγονταν ξαφνικά σαν δαδιά. Παντού μπροστά στα τείχη και από τις δύο πλευρές της Πύλης η γη ήταν πνιγμένη με χαλάσματα και με τα κορμιά των σκοτωμένων κι όμως εξακολουθούσαν σαν τρελοί όλο και περισσότεροι να ορμούν.