Ο Γκροντ προχωρούσε. Φωτιά δεν έπιανε το κάλυμμά του· και μόλο που πότε πότε κάποιο μεγάλο ζώο απ’ αυτά που τον τραβούσαν αφηνίαζε και προξενούσε μεγάλες καταστροφές, ποδοπατώντας τους αμέτρητους ορκ που τον φύλαγαν, παραμέριζαν τα πτώματά τους από το δρόμο του και άλλοι έπαιρναν τη θέση τους.
Ο Γκροντ προχωρούσε. Τα τύμπανα χτυπούσαν ξέφρενα. Πάνω απ’ τους σωρούς των σκοτωμένων μια φοβερή μορφή παρουσιάστηκε: ένας καβαλάρης, ψηλός, κουκουλωμένος, τυλιγμένος με μαύρο μανδύα. Αργά, ποδοπατώντας αυτούς που είχαν πέσει, προχωρούσε, χωρίς να δίνει σημασία στα βέλη. Σταμάτησε και σήκωσε ψηλά μια μακριά χλωμή σπάθα. Και καθώς το έκανε αυτό, ένας μεγάλος φόβος τους κυρίεψε όλους, αμυνόμενους και επιτιθέμενους το ίδιο· και τα χέρια των αντρών έπεσαν κάτω και κανένα τόξο δεν τραγουδούσε. Για μια στιγμή όλα ήταν ακίνητα.
Τα τύμπανα ηχούσαν και βροντούσαν. Με τεράστια ορμή ο Γκροντ εκσφενδονίστηκε μπροστά από τεράστια χέρια. Έφτασε την Πύλη. Αιωρήθηκε. Ένα βαθύ βουητό συντάραξε την Πόλη σαν βροντή που τρέχει στα σύννεφα. Αλλά οι σιδερένιες πόρτες και οι ατσάλινες παραστάδες άντεξαν το χτύπημα.
Τότε ο Μαύρος Καπετάνιος σηκώθηκε στους αναβατήρες του και φώναξε δυνατά με φωνή τρομερή, μιλώντας σε κάποια ξεχασμένη γλώσσα λόγια δύναμης και τρόμου που έσκιζαν και καρδιές και πέτρες.
Τρεις φορές φώναξε. Τρεις φορές ο τεράστιος κριός βούιξε. Και ξαφνικά στο τελευταίο χτύπημα η Πύλη της Γκόντορ έσπασε. Λες και είχε χτυπηθεί από κάποια συντριπτικά μάγια σκίστηκε: ένα εκτυφλωτικό φως άστραψε και οι πόρτες σωριάστηκαν κομμάτια στη γη.
Μέσα προχώρησε ο Άρχοντας των Νάζγκουλ. Μια θεόρατη μαύρη μορφή στο φως από τις φωτιές πίσω υψώθηκε, μεγαλωμένη σε τεράστια απελπιστική απειλή. Μέσα προχώρησε ο Άρχοντας των Νάζγκουλ, κάτω από την αψίδα που κανένας εχθρός δεν είχε ακόμα περάσει κι όλοι τράπηκαν σε φυγή μπροστά του.
Όλοι, εκτός από έναν. Εκεί περιμένοντας, σιωπηλός και ακίνητος στο πλάτωμα μπροστά στην Πύλη, καθόταν ο Γκάνταλφ πάνω στον Ίσκιο: τον Ίσκιο που μόνος αυτός από τα ελεύθερα άλογα της γης άντεξε τον τρόμο, ακίνητος, σταθερός σαν άγαλμα της Ραθ Ντίνεν.
– Δεν μπορείς να μπεις εδώ, είπε ο Γκάνταλφ και η θεόρατη σκιά σταμάτησε. Πήγαινε πίσω στην άθυσσο που είναι ετοιμασμένη για σένα! Πήγαινε πίσω! Πέσε στην ανυπαρξία που περιμένει εσένα και τον Κύριό σου. Πήγαινε!
Ο Μαύρος Καβαλάρης έριξε πίσω την κουκούλα του και να! φορούσε βασιλική κορόνα· όμως δεν ακουμπούσε σε ορατό κεφάλι. Οι κόκκινες φωτιές έλαμπαν ανάμεσα σ’ αυτήν και στους τεράστιους μαύρους ώμους που κάλυπτε ο μανδύας. Από ένα αόρατο στόμα βγήκε ένα θανατερό γέλιο.
– Γερο-ανόητε! είπε. Γερο-ανόητε! Αυτή είναι η ώρα μου. Δε γνωρίζεις το Θάνατο, όταν τον βλέπεις; Πέθανε τώρα και βρίζε μάταια!
Και μ’ αυτό σήκωσε ψηλά το σπαθί του και φλόγες κύλησαν στη λάμα.
Ο Γκάνταλφ δεν κουνήθηκε. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πίσω μακριά σε κάποια αυλή της Πόλης, λάλησε ένας κόκορας. Λάλησε διαπεραστικά και καθαρά, μην υπολογίζοντας μάγια ή πόλεμο, καλωσορίζοντας μόνο το πρωινό, που, στον ουρανό ψηλότερα από τους ίσκιους του θανάτου, ερχόταν με την αυγή.
Και σαν απάντηση ήρθε από μακριά μια άλλη νότα. Βούκινα, βούκινα, βούκινα. Αντηχούσαν αχνά στις πλαγιές του σκοτεινού Μιντολούιν. Τα μεγάλα βούκινα του Βορρά σάλπιζαν. Το Ρόαν είχε επιτέλους έρθει.
V
Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΡΟΧΙΡΙΜ
Ήταν σκοτάδι και ο Μέρι δεν μπορούσε τίποτα να δει, καθώς ήταν ξαπλωμένος καταγής, τυλιγμένος σε μια κουβέρτα· όμως μόλο που η νύχτα ήταν πνιγηρή και δε φυσούσε καθόλου, παντού ολόγυρά του κρυμμένα δέντρα αναστέναζαν σιγανά. Ανασήκωσε το κεφάλι του. Τότε το ξανάκουσε: έναν ήχο σαν ξέψυχισμένα τύμπανα στους δασωμένους λόφους και στους πρόποδες των βουνών. Ο χτύπος σταματούσε απότομα κι ύστερα άρχιζε ξανά σε κάποιο άλλο σημείο, τώρα κοντύτερα, τώρα μακρύτερα. Αναρωτήθηκε αν τον είχαν ακούσει οι σκοποί.
Δεν μπορούσε να τους δει, αλλά ήξερε πως παντού ολόγυρά του ήταν οι λόχοι των Ροχίριμ. Μπορούσε να μυρίσει τα άλογα στα σκοτεινά και μπορούσε να ακούσει τα κουνήματά τους και το σιγανό χτύπημα των ποδιών τους στο στρωμένο με πευκοβελόνες χώμα. Ο στρατός ήταν πρόχειρα στρατοπεδευμένος στα πευκοδάση που ήταν μαζεμένα γύρω από τη Συνθηματική Φωτιά του Έιλεναχ, έναν ψηλό λόφο που ξεπεταγόταν από τις ράχες του Δάσους Ντρούανταν που απλωνόταν πλάι από το μεγάλο δρόμο στο Ανατολικό Ανόριεν.