Выбрать главу

Παρ’ όλο που ήταν κουρασμένος ο Μέρι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Είχε τέσσερις ολόκληρες μέρες τώρα που ταξίδευε, και η σκοτεινιά, που όλο βάθαινε, είχε σιγά σιγά βαρύνει την καρδιά του. Αρχισε ν’αναρωτιέται γιατί είχε τόση όρεξη να έρθει, ενώ του είχαν δώσει κάθε δικαιολογία, ακόμα και τη διαταγή του άρχοντά του να μείνει. Αναρωτήθηκε, επίσης, αν ο γερο-βασιλιάς ήξερε πως τον είχε παρακούσει και ήταν θυμωμένος. Μπορεί κι όχι. Υπήρχε κατά τα φαινόμενα κάποια συνεννόηση ανάμεσα στον Ντέρνχελμ και στον Έλφχελμ, το στρατάρχη που διοικούσε την éored που ακολουθούσαν. Αυτός και όλοι οι άντρες του αγνοούσαν το Μέρι και έκαναν πως δεν άκουγαν, όταν μιλούσε. Ήταν σαν ένας σάκος ακόμα που κουβαλούσε ο Ντέρνχελμ. Ο Ντέρνχελμ δεν ήταν παρηγοριά· ποτέ δε μιλούσε σε κανέναν.

Ο Μέρι ένιωθε μικρός, άχρηστος και μόνος. Τώρα η ώρα ήταν δύσκολη και ο στρατός κινδύνευε. Βρίσκονταν σε απόσταση λιγότερη από μιας μέρας πορεία από τα εξωτερικά τείχη της Μίνας Τίριθ που προστάτευαν τις περιοχές γύρω από την πόλη. Είχαν στείλει μπροστά προσκόπους. Μερικοί δεν είχαν επιστρέψει. Άλλοι γυρίζοντας πίσω βιαστικά είχαν αναφέρει πως δυνάμεις κρατούσαν το δρόμο. Στρατός του εχθρού ήταν στρατοπεδευμένος εκεί, τρία μίλια δυτικά του Άμον-Ντιν, και μια δύναμη αντρών ανέβαινε κιόλας το δρόμο και δεν ήταν πάνω από τρεις λεύγες μακριά. Ορκ τριγύριζαν στους λόφους και στα δάση κατά μήκος του δρόμου. Ο βασιλιάς και ο Έομερ έκαναν συμβούλιο καταμεσής της νύχτας.

Ο Μέρι ήθελε κάποιον να κουβεντιάσει και άρχισε να σκέπτεται τον Πίπιν. Αλλά αυτό μόνο αύξησε την ανησυχία του. Ο καημένος ο Πίπιν, κλεισμένος στη μεγάλη πέτρινη πόλη, μόνος και φοβισμένος. Ο Μέρι ευχήθηκε να ήταν ένας ψηλός καβαλάρης σαν τον Έομερ και να μπορούσε να σαλπίσει ένα βούκινο, ή κάτι τέλος πάντων, και να τρέξει καλπάζοντας να τον σώσει. Ανακάθισε κι αφουγκράζονταν τα τύμπανα που χτυπούσαν ξανά, πιο κοντά τώρα. Σε λίγο άκουσε φωνές να κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα και είδε θαμπά μισοσκεπασμένα φανάρια να περνούν ανάμεσα στα δέντρα. Κάτι άντρες εκεί κοντά άρχισαν να κινούνται αβέβαια στο σκοτάδι.

Μια ψηλή μορφή ορθώθηκε και σκόνταψε πάνω του, βρίζοντας τις ρίζες των δέντρων. Αναγνώρισε τη φωνή του στρατάρχη, του Έλφχελμ.

– Δεν είμαι ρίζα δέντρου, κύριε, είπε, ούτε μπόγος, παρά ένας μωλωπισμένος χόμπιτ. Το λιγότερο που μπορείτε να κάνετε για αποζημίωση είναι να μου πείτε τι τρέχει.

– Οτιδήποτε που μπορεί να τα καταφέρει σ’ αυτή τη διαβολοθολούρα, απάντησε ο Έλφχελμ. Αλλά ο άρχοντάς μου μας ειδοποιεί πως πρέπει να ετοιμαστούμε: μπορεί να έρθουν διαταγές να κινηθούμε ξαφνικά.

– Δηλαδή, έρχονται οι εχθροί; ρώτησε ο Μέρι ανήσυχα. Είναι αυτά τα τύμπανά τους; Άρχισα να νομίζω πως τα φανταζόμουν, γιατί κανένας άλλος δε φαινόταν να τους δίνει σημασία.

– Όχι, όχι, είπε ο Έλφχελμ, οι εχθροί βρίσκονται στο δρόμο, όχι στους λόφους. Ακούς τους Γόσες, τους Άγριους Ανθρώπους των Δασών: έτσι συνεννοούνται από μακριά. Τριγυρίζουν ακόμα στο Δάσος Ντρούανταν, λένε. Είναι υπολείμματα παλαιότερων εποχών, που ζουν λιγοστοί μυστικά, άγριοι και επιφυλακτικοί σαν ζώα. Δεν πηγαίνουν με την Γκόντορ στον πόλεμο ούτε με το Μαρκ· τώρα όμως ανησυχούν από το σκοτάδι και τον ερχομό των ορκ: φοβούνται μήπως και ξαναγυρίζουν τα Μαύρα Χρόνια, πράγμα που φαίνεται αρκετά πιθανό. Ας είμαστε ευχαριστημένοι που δεν κυνηγούν εμάς: γιατί χρησιμοποιούν δηλητηριασμένα βέλη, λένε, και δεν υπάρχει άλλος που να ξέρει τα δάση σαν κι αυτούς. Αλλά έχουν προσφέρει τις υπηρεσίες τους στο Θέοντεν. Αυτή τη στιγμή έναν από τους αρχηγούς τους τον πηγαίνουν στο βασιλιά. Από κει που πάνε τα φώτα. Αυτά έχω ακούσει και τίποτα παραπάνω. Και τώρα πρέπει να ασχοληθώ με τις διαταγές του άρχοντά μου. Μάζεψε κι εσύ τα πράγματά σου, κύριε Μπόγε!

Χάθηκε στις σκιές.

Του Μέρι δεν του άρεσαν όλες αυτές οι κουβέντες για αγριανθρώπους και δηλητηριασμένα βέλη, αλλά πέρα απ’ αυτά ένας τρόμος τον είχε κυριέψει. Η αναμονή ήταν ανυπόφορη. Επιθυμούσε να μάθει τι επρόκειτο να συμβεί. Σηκώθηκε και σύντομα προχωρούσε προσεκτικά ακολουθώντας το τελευταίο φανάρι πριν χαθεί ανάμεσα στα δέντρα.

Σε λίγο έφτασε σε ένα ξέφωτο που είχαν στήσει ένα μικρό αντίσκηνο για το βασιλιά κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Ένα μεγάλο φανάρι, σκεπασμένο από πάνω, κρεμόταν από ένα κλαδί κι έριχνε ένα χλωμό κύκλο φως από κάτω. Εκεί καθόταν ο Θέοντεν και ο Έομερ και μπροστά τους καταγής καθόταν ένας παράξενος κοντόχοντρος άνθρωπος, παραμορφωμένος σαν παλιός βράχος, και οι τρίχες της αραιής γενειάδας του απλώνονταν ακατάστατα στο χοντρό σαγόνι του σαν ξερά βρύα. Ήταν κοντοπόδαρος, με παχιά μπράτσα, χοντρός και κοντός, ντυμένος μονάχα με χόρτα γύρω από τη μέση του. Ο Μέρι είχε την εντύπωση πως τον είχε κάπου ξαναδεί και ξαφνικά θυμήθηκε τους Púkel-men του Ντάνχάροου. Εδώ ήταν ζωντανεμένο ένα από εκείνα τα αρχαία αγάλματα, ή μπορεί να ήταν κάποιο πλάσμα που να καταγόταν κατευθείαν μέσα από τα ατέλειωτα χρόνια από τα πρότυπα που είχαν χρησιμοποιήσει οι ξεχασμένοι τεχνίτες πολύ παλιά.