Выбрать главу

Ήταν σιωπή καθώς ο Μέρι σύρθηκε πιο κοντά και ύστερα ο Άγριος Άνθρωπος άρχισε να μιλάει, απαντώντας, κατά τα φαινόμενα, σε κάποια ερώτηση. Η φωνή του ήταν βαθιά και λαρυγγόφωνη, όμως, προς έκπληξη του Μέρι, μιλούσε την Κοινή Γλώσσα, αν και με τρόπο κομπιαστό, ανακατεύοντας κι άξεστες λέξεις.

– Όχι, πατέρα των αλογάδων, είπε, εμείς δεν πολεμάμε. Κυνηγάμε μόνο. Σκοτώνουμε gorgûn στα δάση, μισούμε τους ορκ. Κι εσείς μισείτε τους gorgûn. Εμείς βοηθάμε, όπως μπορούμε. Οι Άγριοι Άνθρωποι έχουν μακριά αυτιά και μάτια· ξέρουμε όλα τα μονοπάτια. Οι Άγριοι Άνθρωποι ζουν εδώ πριν από τα Πέτρινα Σπίτια· πριν να έρθουν από το Νερό οι Ψηλοί Άνθρωποι.

– Εμείς όμως έχουμε ανάγκη από βοήθεια στη μάχη, είπε ο Έομερ. Πώς μπορείς εσύ και οι δικοί σου να μας Βοηθήσετε;

– Εμείς φέρνουμε νέα, είπε ο Άγριος Άνθρωπος. Εμείς κατασκοπεύουμε από τους λόφους. Εμείς σκαρφαλώνουμε το μεγάλο βουνό και κοιτάζουμε κάτω. Η Πέτρινη-πολιτεία είναι κλειστή. Φωτιά καίει εκεί απέξω· τώρα καίει και μέσα. Θέλετε να πάτε εκεί; Πρέπει να βιαστείτε. Αλλά gorgûn και άντρες από πολύ μακριά – ανέμισε ένα κοντό παραμορφωμένο χέρι ανατολικά – κάθονται στον αλογόδρομο. Πάρα πολλοί, περισσότεροι από τους Αλογάνθρωπους.

– Πώς το ξέρετε αυτό; είπε ο Έομερ.

Το πλακουτσωτό πρόσωπο του γέρου και τα μαύρα του μάτια δεν έδειξαν τίποτα, αλλά η φωνή του έγινε βλοσυρή από τη δυσαρέσκεια.

– Οι Άγριοι Άνθρωποι είναι άγριοι, ελεύθεροι, αλλά όχι παιδιά, απάντησε. Εγώ είμαι ο μεγάλος φύλαρχος, Γκαν-μπούρι-Γκαν. Εγώ μετρώ πολλά πράγματα: άστρα στον ουρανό, φύλλα στα δέντρα, άντρες στο σκοτάδι. Εσύ έχεις είκοσι εικοσάδες μετρημένες δέκα φορές και πέντε. Εκείνοι έχουν περισσότερους. Μεγάλη μάχη και ποιος θα κερδίσει; Και πολλοί περισσότεροι κυκλοφορούν γύρω από τα τείχη των Πέτρινων Σπιτιών.

– Αλίμονο! μιλάει πάρα πολύ έξυπνα, είπε ο Θέοντεν. Και οι δικοί μας ανιχνευτές λένε πως έχουν σκάψει χαντάκια κι έχουν μπήξει παλούκια στο δρόμο. Δεν μπορούμε να τους σαρώσουμε με αιφνιδιασμό.

– Και μ’ όλα αυτά χρειάζεται να κάνουμε πολύ γρήγορα, είπε ο Έομερ. Το Μούντμπουργκ καίγεται!

– Αφήστε τον Γκαν-μπούρι-Γκαν να τελειώσει! είπε ο Άγριος. Αυτός ξέρει παραπάνω από ένα δρόμους. Θα σας πάει από ένα δρόμο που δεν έχει χαντάκια, ούτε gorgûn, μόνο Άγριους Ανθρώπους και ζώα. Πολλοί δρόμοι είχαν φτιαχτεί, όταν οι Άνθρωποι των Πέτρινων Σπιτιών ήταν πιο δυνατοί. Έκοβαν τα βουνά, όπως οι κυνηγοί κόβουν το κρέας των ζώων. Οι Άγριοι Άνθρωποι πιστεύουν πως έτρωγαν πέτρες για τροφή. Πήγαιναν από το Ντρούανταν στο Ρίμον με μεγάλα Βαγόνια. Δεν πηγαίνουν πια. Ο δρόμος ξεχάστηκε, όχι όμως και από τους Άγριους Ανθρώπους. Πάνω από το λόφο και πίσω από το λόφο βρίσκεται ακόμα κάτω από τα χόρτα και τα δέντρα, εκεί πίσω από το Ρίμον και κάτω στο Ντιν, και πίσω στο τέλος στο δρόμο των Αλογανθρώπων. Οι Άγριοι Άνθρωποι θα σας τον δείξουν εκείνον το δρόμο. Τότε θα σκοτώσετε gorgûn και θα διώξετε το κακό σκοτάδι με το λαμπερό σίδερο και οι Άγριοι Άνθρωποι μπορούν να πάνε πίσω να κοιμηθούν στα άγρια δάση.

Ο Έομερ και ο βασιλιάς κουβέντιασαν μεταξύ τους στη δική τους γλώσσα. Τέλος, ο Θέοντεν στράφηκε στον Άγριο Άνθρωπο.

– Δεχόμαστε την προσφορά σου, είπε. Γιατί αν και αφήνουμε δυνάμεις του εχθρού πίσω μας, τι μ’ αυτό; Αν η Πέτρινη-πολιτεία πέσει, τότε δε θα έχουμε επιστροφή. Αν σωθεί, τότε από μόνος του ο στρατός των ορκ θα αποκοπεί. Αν είσαι πιστός, Γκαν-μπούρι-Γκαν, τότε θα σε ανταμείψουμε πλούσια και θα έχεις τη φιλία του Μαρκ για πάντα.

– Οι πεθαμένοι δεν είναι φίλοι με τους ζωντανούς και δεν τους δίνουν δώρα, είπε ο Άγριος Άνθρωπος. Αλλά αν ζήσετε μετά το Σκοτάδι, τότε αφήστε ήσυχους τους Άγριους Ανθρώπους στα δάση και μην τους κυνηγάτε πια σαν άγρια θηρία. Ο Γκαν-μπούρι-Γκαν δε θα σας οδηγήσει σε παγίδα. Θα πάει ο ίδιος με τον πατέρα των Αλογανθρώπων και, αν σας οδηγήσει στραβά, σκοτώστε τον.

– Ας γίνει έτσι! είπε ο Θέοντεν.

– Πόσο θα μας πάρει να παρακάμψουμε τον εχθρό και να ξαναβγούμε στο δρόμο; ρώτησε ο Έομερ. Θα πρέπει να προχωρήσουμε με ταχύτητα πεζών, αν μας οδηγήσετε εσείς· και δεν αμφιβάλλω πως ο δρόμος είναι στενός.

– Οι Άγριοι Άνθρωποι είναι γρήγοροι στα πόδια, είπε ο Γκαν. Ο δρόμος είναι φαρδύς για τέσσερα άλογα πέρα στην Κοιλάδα των Αμαξιών-με-τις-πέτρες, ανέμισε τα χέρια του κατά το νοτιά· αλλά στενός στην αρχή και στο τέλος. Ένας Άγριος Άνθρωπος θα μπορούσε να περπατήσει από δω ως το Ντιν από την ανατολή του ήλιου ως το μεσουράνημα.