Выбрать главу

– Γι’ άλλη μια φορά σ’ ευχαριστώ, Γκαν-μπούρι-Γκαν των δασών, είπε ο Θέοντεν. Η καλή τύχη ας είναι μαζί σου για τις πληροφορίες και την καθοδήγηση σου!

– Σκοτώστε τους gorgûn! Σκοτώστε τη φάρα των ορκ! Αυτά τα λόγια μόνο ευχαριστούν τους Άγριους Ανθρώπους, απάντησε ο Γκαν. Διώξτε τον κακό αέρα και το σκοτάδι με το αστραφτερό ατσάλι!

– Για να κάνουμε αυτά τα πράγματα έχουμε ταξιδέψει τόσο δρόμο, είπε ο βασιλιάς, και θα τα επιχειρήσουμε. Αλλά το τι θα καταφέρουμε μόνο η αυριανή μέρα θα δείξει.

Ο Γκαν-μπούρι-Γκαν μισοκάθισε κάτω κι ακούμπησε τη γη με το τραχύ μέτωπό του σε δείγμα αποχαιρετισμού. Ύστερα σηκώθηκε έτοιμος να φύγει. Ξαφνικά όμως στάθηκε κοιτάζοντας ψηλά σαν ξαφνιασμένο αγρίμι του δάσους, που μυρίζεται κάτι παράξενο. Τα μάτια του φώτισαν.

– Ο αέρας αλλάζει! φώναξε, και μ’ αυτό, ώσπου να πεις κύμινο, αυτός και οι σύντροφοί του χάθηκαν στα σκοτάδια και ποτέ δεν τους ξαναείδε κανένας Καβαλάρης του Ρόαν.

Όχι πολύ αργότερα πέρα μακριά, ανατολικά, τα μακρινά τύμπανα αντήχησαν ξανά. Όμως σε κανενός την καρδιά σ’ όλο το στράτευμα δεν πέρασε ο φόβος μήπως οι Άγριοι Άνθρωποι πάτησαν το λόγο τους, μόλο που η εμφάνισή τους ήταν αλλόκοτη και καθόλου ελκυστική.

– Δε χρειαζόμαστε άλλη καθοδήγηση, είπε ο Έλφχελμ· γιατί υπάρχουν καβαλάρηδες στο στράτευμα που έχουν κατέβει στο Μούντμπουργκ τον καιρό της ειρήνης. Κι εγώ ο ίδιος. Όταν βγούμε στο δρόμο, αυτός στρίβει νότια και τότε θα μας μένουν ακόμα επτά λεύγες, ώσπου να φτάσουμε το τείχος των περιχώρων της πόλης. Σε όλον σχεδόν το δρόμο υπάρχει πολύ χόρτο και από τις δύο πλευρές. Σε αυτό το κομμάτι υπολόγιζαν οι αγγελιαφόροι της Γκόντορ να αναπτύξουν τη μεγαλύτερή τους ταχύτητα. Εμείς μπορούμε να καλπάσουμε γρήγορα και χωρίς πολλή χλαλοή.

– Τότε, αφού θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για άγριες πράξεις και θα χρειαζόμαστε όλες μας τις δυνάμεις, είπε ο Έομερ, προτείνω να ξεκουραστούμε τώρα και να φύγουμε από δω με τη νύχτα και έτσι να κανονίσουμε το χρόνο της διαδρομής μας, ώστε να φτάσουμε στα χωράφια όταν το αύριο θα έχει όσο φως θα έχει, ή όταν ο άρχοντάς μας δώσει το παράγγελμα.

Σε αυτό ο Βασιλιάς συμφώνησε και οι καπεταναίοι έφυγαν. Σε λίγο όμως ο Έλφχελμ επέστρεψε.

– Οι ανιχνευτές δεν έχουν βρει τίποτε για ν’ αναφέρουν πέρα από το γκρίζο δάσος, άρχοντα, είπε, εκτός από δύο άντρες μόνον: δυο νεκρούς άντρες και δυο νεκρά άλογα.

– Λοιπόν; είπε ο Έομερ. Και τι μ’ αυτό;

– Αυτό, άρχοντα: ήταν αγγελιαφόροι της Γκόντορ· ο Χίργκον ήταν ο ένας ίσως. Τουλάχιστον το χέρι του ακόμα έσφιγγε το Κόκκινο Βέλος, αλλά το κεφάλι του ήταν κομμένο. Κι αυτό ακόμη: φαίνεται από τα σημάδια ότι έτρεχαν δοτικά, όταν έπεσαν. Σύμφωνα με τη δική μου εξήγηση, βρήκαν τον εχθρό κιόλας στο εξωτερικό τείχος ή στην επίθεση, όταν επέστρεψαν – κάπου δυο νύχτες πριν, αν χρησιμοποίησαν ξεκούραστα άλογα από τα φυλάκια, όπως συνηθίζουν. Δεν μπορούσαν να πλησιάσουν την Πόλη και γύρισαν πίσω.

– Αλίμονο! είπε ο Θέοντεν. Άρα ο Ντένεθορ δεν έχει μάθει πως ξεκινήσαμε και θα μας έχει ξεγράψει πως θα πάμε.

– «Η ανάγκη δε σηκώνει αργοπορία, όμως κάλλιο αργά παρά ποτέ», είπε ο Έομερ. Και ίσως αυτή τη φορά η παλιά παροιμία να βγει περισσότερο αληθινή παρά ποτέ, από τότε που οι άνθρωποι έχουν λαλιά.

Ήταν νύχτα. Κι απ’ τις δυο πλευρές του δρόμου ο στρατός του Ρόαν προχωρούσε σιωπηλά. Τώρα ο δρόμος που περνούσε από τους πρόποδες του Μιντολούιν έστριβε νότια. Πέρα μακριά και σχεδόν κατευθείαν μπροστά φαινόταν μια κοκκινίλα κάτω από το μαύρο ουρανό και οι πλαγιές του μεγάλου βουνού υψώνονταν σκοτεινές στο φως της. Πλησίαζαν το Ράμας του Πέλενορ· η μέρα όμως δεν είχε ακόμα φανεί.

Ο βασιλιάς ίππευε στη μέση του προπορευόμενου λόχου, με τους παλατιανούς γύρω του. Ακολουθούσε η éored του Έλφχελμ’ και τώρα ο Μέρι πρόσεξε ότι ό Ντέρνχελμ είχε αφήσει τη θέση του και μες στο σκοτάδι προχωρούσε σταθερά μπροστά, ώσπου στο τέλος πήγαινε ακριβώς πίσω από τη φρουρά του βασιλιά. Σταμάτησαν για λίγο. Ο Μέρι άκουσε φωνές μπροστά να μιλούν σιγανά. Είχαν γυρίσει οι ανιχνευτές που είχαν αποτολμήσει να πλησιάσουν σχεδόν ως τα τείχη. Πήγαν στο βασιλιά.

– Έχει μεγάλες φωτιές, άρχοντα, είπε ένας. Η Πόλη είναι περικυκλωμένη από φλόγες και η πεδιάδα είναι γεμάτη εχθρούς. Αλλά φαίνεται πως τους έχουν προωθήσει όλους στην επίθεση. Από ό,τι μπορέσαμε να καταλάβουμε, λίγοι έχουν μείνει στο εξωτερικό τείχος, εντελώς απρόσεκτοι, απορροφημένοι στο έργο της καταστροφής.