Выбрать главу

– Θυμάσαι τα λόγια του Άγριου Ανθρώπου, άρχοντα; είπε κάποιος άλλος. Εγώ τον καιρό της ειρήνης κατοικώ στον ανοιχτό Κάμπο· με λένε Γουϊντφάρα και φέρνει και σ’ εμένα μηνύματα ο αέρας. Η κατεύθυνσή του αλλάζει κιόλας. Έρχεται μια πνοή απ’ το Νοτιά· μυρίζει θάλασσα, παρ’ όλο που είναι τόσο ανεπαίσθητη. Η αυγή θα φέρει καινούρια πράγματα. Πάνω απ’ τον πηχτό καπνό θα έχει χαράξει όταν περάσεις το τείχος.

– Αν είναι αληθινά αυτά που λες, Γουϊντφάρα, τότε είθε να ζήσεις μετά απ’ αυτή τη μέρα χρόνια πολλά κι ευλογημένα! είπε ο Θέοντεν.

Στράφηκε στους παλατιανούς που ήταν κοντά του και μίλησε τώρα με φωνή καθαρή, έτσι που τον άκουσαν και πολλοί καβαλάρηδες της πρώτης éored:

– Τώρα έφτασε η ώρα, Καβαλάρηδες του Μαρκ, γιοι του Έορλ! Εχθροί και φωτιές είναι μπροστά σας και πίσω μακριά τα σπίτια σας. Όμως, μόλο που θα πολεμήσετε σε ξένους τόπους, η δόξα που θα δρέψετε θα είναι για πάντα δική σας. Έχετε δώσει όρκους: τώρα κρατήστε τους όλους στον άρχοντα και στη γη σας και στη συμμαχία της φιλίας!

Οι άντρες χτύπησαν κοντάρια μ’ ασπίδες.

– Έομερ, γιε μου! Εσύ να μπεις επικεφαλής της πρώτης éored, είπε ο Θέοντεν που θα πηγαίνει ακριβώς πίσω από το βασιλικό λάβαρο στο κέντρο. Έλφχελμ, οδήγησε το λόχο σου δεξιά, όταν περάσουμε το τείχος. Και ο Γκρίμπολντ να οδηγήσει τους δικούς του αριστερά. Οι υπόλοιποι λόχοι ας ακολουθήσουν τους τρεις πρώτους, όπως τους τύχει. Να χτυπάτε όπου συγκεντρώνεται ο εχθρός. Δεν μπορούμε να κάνουμε άλλα σχέδια, γιατί δεν ξέρουμε ακόμα πώς έχουν τα πράγματα στο πεδίο της μάχης. Εμπρός τώρα και μη φοβάστε το σκοτάδι!

Ο πρώτος λόχος ξεκίνησε όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, γιατί ήταν ακόμα βαθύ σκοτάδι, παρ’ όλη την αλλαγή που πρόβλεψε ο Γουϊντφάρα. Ο Μέρι ίππευε πίσω από τον Ντέρνχελμ, πιασμένος γερά με το αριστερό του χέρι, ενώ με το άλλο προσπαθούσε να ξεσφίξει το σπαθί του στο θηκάρι. Ένιωθε τώρα πικρά την αλήθεια των λόγων του γερο-βασιλιά: σε μια τέτοια μάχη τι θα μπορούσες να κάνεις, Μέριαντοκ;

«Μονάχα αυτό, σκέφτηκε: να επιβαρύνω έναν καβαλάρη και να ελπίζω, στην καλύτερη περίπτωση, να μην πέσω από τη θέση μου και να μη με σκοτώσουν, ποδοπατώντας με, τα άλογα που καλπάζουν!»

Δεν ήταν πάνω από μία λεύγα ως εκεί που υψώνονταν κάποτε τα εξωτερικά τείχη. Έφτασαν γρήγορα· πάρα πολύ γρήγορα για το Μέρι. Για λίγη ώρα ξέσπασαν άγρια ξεφωνητά κι ακούστηκε για λίγο η κλαγγή των όπλων. Οι ορκ, απορροφημένοι να καταστρέφουν τα τείχη, ήταν λίγοι και τα ’χασαν και γρήγορα τους έκοψαν ή τους απώθησαν. Μπροστά στα ερείπια της βορινής πύλης των Ράμας ο βασιλιάς σταμάτησε ξανά. Η πρώτη éored παρατάχθηκε ολόγυρά του. Ο Ντέρνχελμ δεν απομακρυνόταν από το βασιλιά, μόλο που η ΐλη του Έλφχελμ βρισκόταν πέρα δεξιά. Οι άντρες του Γκρίμπολντ λοξοδρόμησαν και πέρασαν από ένα μεγάλο ρήγμα του τείχους πιο πέρα ανατολικά.

Ο Μέρι, πίσω από τον Ντέρνχελμ, τέντωσε τα μάτια του να δει. Μακριά, κάπου δέκα μίλια ή και περισσότερο, τα πάντα καίγονταν, αλλά ανάμεσα από εκεί ως τους Καβαλάρηδες λυσσομανούσαν φωτιές σχηματίζοντας ένα τεράστιο ημικύκλιο, που στο πλησιέστερο σημείο απείχε λιγότερο από μιας λεύγας απόσταση. Δεν μπορούσε σχεδόν τίποτε άλλο να διακρίνει στη σκοτεινή πεδιάδα κι ως τώρα ούτε έβλεπε να ξημερώνει, ούτε ένιωθε να φυσάει αέρας, αλλαγμένος ή όχι.

Τώρα σιωπηλά ο στρατός του Ρόαν προχώρησε μέσα στην πεδιάδα της Γκόντορ και ξεχύθηκε αργά αλλά σταθερά, σαν την παλίρροια που φουσκώνει και περνάει μέσα από τα ρήγματα κάποιου προχώματος που οι άνθρωποι το θεωρούσαν ασφαλές. Αλλά ο νους και η θέληση του Μαύρου Καπετάνιου ήταν αποκλειστικά στραμμένες στην πόλη που έπεφτε και, ως εκείνη την ώρα, δεν είχε καθόλου πληροφορίες πως τα σχέδιά του κάπου δεν πήγαιναν καλά.

Σε λίγο ο βασιλιάς οδήγησε τους άντρες του λίγο πιο ανατολικά, για να βρεθεί ανάμεσα στις φωτιές της πολιορκίας και στα εξωτερικά λιβάδια. Αυτοί εξακολουθούσαν να προχωρούν ανενόχλητοι και ο Θέοντεν εξακολουθούσε να μη δίνει το πρόσταγμα. Τέλος, σταμάτησε για άλλη μία φορά. Η Πόλη βρισκόταν τώρα πιο κοντά. Στον αέρα πλανιόταν τώρα η μυρωδιά της φωτιάς και η σκιά του θανάτου. Τα άλογα ήταν ανήσυχα. Ο βασιλιάς όμως καθόταν πάνω στον Ασπροχαίτη, ακίνητος, και κοίταζε την επιθανάτια αγωνία της Μίνας Τίριθ, λες και τον είχε κυριέψει ξαφνικά ψυχική ταραχή ή μεγάλος φόβος. Φάνηκε λες και ζάρωσε, νικημένος απ’ τα γηρατειά. Κι ο ίδιος ο Μέρι ένιωσε λες και τον είχαν πλακώσει αβάσταχτος τρόμος κι αμφιβολία. Η καρδιά του χτυπούσε αργά. Ο χρόνος έμοιαζε να ζυγιάζεται μ’ αμφιβολία. Είχαν φτάσει πολύ αργά! Και το πολύ αργά ήταν χειρότερο απ’ το ποτέ! Μπορεί ο Θέοντεν να λιποψυχούσε, να έσκυβε το γέρικο κεφάλι του και να γύριζε με την ουρά στα σκέλια να κρυφτεί στους λόφους.