Выбрать главу

Τότε, ξαφνικά, ο Μέρι την ένιωσε επιτέλους, πέρα από κάθε αμφιβολία: την αλλαγή. Ο αέρας τον φυσούσε καταπρόσωπο! Χάραξε φως. Πέρα, πέρα μακριά, στο Νοτιά μπορούσε να διακρίνει αμυδρά τα σύννεφα, σαν απόμακρα γκρίζα σχήματα, να κυλούν, να φεύγουν: το πρωινό βρισκόταν πίσω τους.

Την ίδια όμως στιγμή άστραψε, λες κι αστροπελέκι να ’χε ξεπηδήσει απ’ το χώμα κάτω από την Πόλη. Για μια στιγμή φάνηκε μακριά να διαγράφεται εκτυφλωτικά μαυρόασπρη, με τον πιο ψηλό της πύργο σαν αστραφτερή βελόνα· κι ύστερα, καθώς το σκοτάδι έπεσε πάλι, έφτασε κατρακυλώντας πάνω στα χωράφια μια μεγάλη βροντή.

Με αυτόν το θόρυβο η σκυφτή μορφή του Βασιλιά τινάχτηκε ξαφνικά ολόρθη. Ψηλός και περήφανος φάνηκε πάλι και, αφού σηκώθηκε στους αναβατήρες, φώναξε με φωνή δυνατή, πιο δυνατή από κάθε άλλη που είχαν ποτέ τους ακούσει να βγάζει άνθρωπος θνητός:

Στα όπλα, στα όπλα, του Θέοντεν Άντρες! Άγρια σφαγή και φωτιά σηκωθείτε! Θα τρίζει κοντάρι, κομμάτια η ασπίδα! Μέρα σπαθιών είναι τούτη που κόκκινη μπαίνει πριν ήλιος φανεί! Στην Γκόντορ! Στην Γκόντορ! Καλπάστε γοργά!

Και μ’ αυτό άρπαξε ένα μεγάλο βούκινο απ’ τον Γκούντλαφ το σημαιοφόρο του και σάλπισε τέτοιο σάλπισμα, που το βούκινο σκίστηκε στη μέση. Και αμέσως όλα τα βούκινα υψώθηκαν και τα σαλπίσματα από τα βούκινα του Ρόαν εκείνη την ώρα ήταν σαν την καταιγίδα στον κάμπο και σαν τον κεραυνό στα βουνά.

Στην Γκόντορ! Στην Γκόντορ! Καλπάστε γοργά!

Ξαφνικά ο βασιλιάς φώναξε στον Ασπροχαίτη και το άλογο όρμησε μπροστά. Πίσω του το λάβαρό του κυμάτιζε στον αέρα· ένα άσπρο άλογο σε πράσινο λιβάδι, αυτός όμως το ξεπέρασε. Τον ακολουθούσαν καλπάζοντας βροντεροί οι ιππότες του οίκου του, αλλά εκείνος ήταν πάντοτε πρώτος. Κάλπαζε κι ο Έομερ εκεί, με το άσπρο λοφίο της περικεφαλαίας του ν’ ανεμίζει στο τρέξιμό του· και το μέτωπο της πρώτης éored βούιξε σαν το μεγάλο κύμα που αφρίζει στην ακτή, όμως κανείς δεν μπορούσε να φτάσει το Θέοντεν. Έμοιαζε να τρέχει ασυγκράτητος, λες και τον καλούσε ο θάνατος ή το πολεμικό μένος των προγόνων του να κυλούσε αναζωπυρωμένο στις φλέβες του και κάλπαζε πάνω στον Ασπροχαίτη σαν αρχαίος θεός, όπως ο Ορόμε ο Μέγας στη Μάχη των Βάλαρ τότε, που ο κόσμος ήταν νέος. Η χρυσή του ασπίδα ήταν ξέσκεπη, και να! άστραψε σαν τον Ήλιο και το χορτάρι έγινε πράσινη φλόγα γύρω από τ’ άσπρα πόδια του αλόγου του. Γιατί ήρθε η μέρα, το πρωινό, κι ένας αέρας από τη θάλασσα· και διώχτηκε το σκοτάδι και τα στίφη της Μόρντορ ούρλιαξαν και τρόμος τα κυρίεψε και το ’βαλαν στα πόδια και πέθαιναν και οι οπλές της οργής τα ποδοπατούσαν. Και τότε όλος ο στρατός του Ρόαν ξέσπασαν σε τραγούδι και τραγουδούσαν καθώς τους έκοβαν, γιατί το μεθύσι της μάχης τούς είχε κυριέψει κι ο αχός του τραγουδιού τους, που ήταν όμορφος και τρομερός, έφτανε ακόμα κι ως την Πόλη.

VI

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΟΥ ΠΕΛΕΝΟΡ

Όμως αυτός που οδηγούσε την επίθεση εναντίον της Γκόντορ δεν ήταν κανένας αρχηγίσκος ορκ ούτε ληστής. Το σκοτάδι άρχισε να φεύγει πολύ γρήγορα, πριν την ημερομηνία που είχε καθορίσει ο Κύριός του· η τύχη τον είχε προδώσει για την ώρα κι ο κόσμος είχε στραφεί εναντίον του· η νίκη ξεγλιστρούσε μέσα από τα χέρια του την ώρα ακριβώς που τ’ άπλωνε για να την πάρει. Όμως το χέρι του ήταν μακρύ. Ήταν ακόμη αρχηγός, με τεράστιες δυνάμεις στη διάθεσή του. Ήταν Βασιλιάς, Δαχτυλιδοφάντασμα, Αρχοντας των Νάζγκουλ, είχε πολλά όπλα. Άφησε την Πύλη κι εξαφανίστηκε.

Ο Θέοντεν, ο Βασιλιάς του Μαρκ, είχε φτάσει στο δρόμο που οδηγούσε από την Πύλη στον Ποταμό και έστριψε κατά την Πόλη που απείχε τώρα λιγότερο από ένα μίλι. Ελάττωσε λίγο την ταχύτητά του αναζητώντας καινούριους εχθρούς και οι ιππότες του τον περικύκλωσαν. Ο Ντέρνχελμ ήταν ανάμεσά τους. Μπροστά, πιο κοντά στα τείχη, οι άντρες του Έλφχελμ βρίσκονταν ανάμεσα στις πολιορκητικές μηχανές, έκοβαν, έσφαζαν κι ανάγκαζαν τους εχθρούς να πέφτουν στους λάκκους με τις φωτιές. Σχεδόν όλο το βορινό τμήμα του Πέλενορ το είχαν κυριέψει και οι καταυλισμοί φλέγονταν και οι ορκ έτρεχαν για το Ποτάμι σαν κοπάδια που τα καταδιώκουν κυνηγοί· και οι Ροχίριμ πήγαιναν παντού, χωρίς να τους εμποδίζει κανείς. Δεν είχαν όμως σπάσει την πολιορκία ούτε είχαν φτάσει στην Πύλη. Πολλοί εχθροί στέκονταν μπροστά της και στην υπόλοιπη πεδιάδα υπήρχε κι άλλος στρατός που δεν είχε ακόμα λάβει μέρος στη μάχη. Νότια μετά από το δρόμο βρισκόταν η κυρίως δύναμη των Χαράντριμ κι εκεί είχε συγκεντρωθεί το ιππικό τους γύρω από το λάβαρο του αρχηγού τους. Κι εκείνος κοίταξε πέρα και, στο φως που όλο δυνάμωνε, είδε τη σημαία του βασιλιά και πως βρισκόταν πολύ μπροστά στη μάχη με ελάχιστους άντρες γύρω της. Τότε τον κυρίεψε ακράτητος θυμός και φώναξε δυνατά ξεδιπλώνοντας το λάβαρό του – ένα μαύρο φίδι σε κόκκινο φόντο – και όρμησε καταπάνω στο άσπρο άλογο στο πράσινο λιβάδι με πολλούς άντρες· και τα γιαταγάνια των Νοτίων άστραψαν σαν αστέρια.