Όταν ο Θέοντεν τον πήρε είδηση, δεν περίμενε την επίθεση του, αλλά, με μια φωνή στον Ασπροχαίτη, όρμησε μπροστά να τον προϋπαντήσει. Συναντήθηκαν με μεγάλη κλαγγή. Αλλά η πύρινη οργή των Βορείων έκαιγε περισσότερο και η πολεμική τους τέχνη με τα μακριά φοβερά κοντάρια τους ήταν ανώτερη. Λιγότεροι ήταν, αλλά χώρισαν στα δυο τους Νότιους σαν αστροπελέκι στο δάσος. Καταμεσής στη μάχη βρισκόταν ο Θέοντεν, ο γιος του Θένγκελ, και το κοντάρι του έγινε κομμάτια καθώς έριξε καταγής τον αρχηγό τους. Έβγαλε το σπαθί του και σπιρούνισε το άλογό του καταπάνω στο λάβαρο κι έκοψε μαζί κοντάρι και σημαιοφόρο· και το μαύρο φίδι καταποντίστηκε. Τότε όλοι όσοι από το ιππικό τους είχαν απομείνει γύρισαν και το ’βαλαν στα πόδια.
Αλλά, να! ξαφνικά στο απόγειο της δόξας του βασιλιά η χρυσαφένια του ασπίδα θάμπωσε. Το καινούριο πρωινό σβήστηκε απ’ τον ουρανό. Σκοτάδι έπεσε ολόγυρά του. Τ’ άλογα πισωπάτησαν χρεμετίζοντας αγριεμένα. Οι άντρες ριγμένοι απ’ τις σέλες τους κείτονταν όλο φόβο καταγής.
– Εδώ! Μαζί μου! φώναξε ο Θέοντεν. Εμπρός, Εορλίγκας! Μη φοβάστε το σκοτάδι!
Ο Ασπροχαίτης όμως τρελός από το φόβο ανασηκώθηκε ψηλά στα πισινά του πόδια, κλοτσώντας τον αέρα κι ύστερα μ’ ένα μεγάλο ουρλιαχτό έπεσε με το πλάι· ένα μαύρο βέλος τον είχε τρυπήσει. Ο βασιλιάς έπεσε από κάτω του.
Η τεράστια σκιά κατέβηκε σαν σύννεφο που πέφτει. Και, να! ήταν ένα πλάσμα φτερωτό. Αν ήταν πουλί, τότε ήταν μεγαλύτερο απ’ όλα τ’ άλλα τα πουλιά· κι ήταν γυμνό, δίχως φτερό ή πούπουλο και οι τεράστιες φτερούγες του έμοιαζαν με δερμάτινο ιστό ανάμεσα σε ροζιασμένα δάχτυλα και βρομούσε απαίσια. Μπορεί να ήταν πλάσμα κάποιας αρχαιότερης εποχής, που το είδος του, επιζώντας σε λησμονημένα παγωμένα βουνά κάτω απ’ το Φεγγάρι, είχε ξεμείνει πέρα απ’ τον καιρό του και σε κάποια απαίσια αετοφωλιά είχε κλωσήσει αυτά τα τελευταία παράκαιρα κλωσοπούλια, έτοιμα για κάθε κακό. Και ο Μαύρος Άρχοντας τα πήρε και τα ανάθρεψε με κρέατα σιχαμερά, ώσπου μεγάλωσαν και ξεπέρασαν όλα τα άλλα πλάσματα που πετούν και τα έδωσε στους υπηρέτες του για άτια. Τώρα όλο και κατέβαινε κι ύστερα, διπλώνοντας τα δερμάτινά του δάχτυλα, μ’ ένα βραχνό κρώξιμο, προσγειώθηκε στο κορμί του Ασπροχαίτη, μπήγοντας βαθιά τα νύχια του και χαμηλώνοντας το γυμνό λαιμό του.
Πάνω του καθόταν μια μορφή, μαυροντυμένη, τεράστια και απειλητική. Φορούσε ατσάλινη κορόνα, αλλά ανάμεσα σ’ αυτή και στο μανδύα του δεν υπήρχε τίποτα, εκτός απ’ τη θανατερή λάμψη των ματιών: ο Άρχοντας των Νάζγκουλ. Είχε επιστρέψει στον αέρα, καλώντας το άτι του πριν χαθεί τελείως το σκοτάδι και τώρα να τος πάλι, φέρνοντας τον όλεθρο, μετατρέποντας την ελπίδα σε απελπισία και τη νίκη σε θάνατο. Στο χέρι του κράδαινε ένα μεγάλο μαύρο τσεκούρι.
Όμως, ο Θέοντεν δεν ήταν εντελώς μόνος. Οι ιππότες του κείτονταν νεκροί ολόγυρά του ή νικημένοι απ’ την τρέλα των αλόγων τους έτρεχαν μακριά. Όμως, ένας στεκόταν ακόμα – ο νεαρός Ντέρνχελμ, πιστός υπερνικώντας το φόβο· κι έκλαιγε γιατί είχε αγαπήσει τον άρχοντα του σαν πατέρα. Σε όλη τη διάρκεια της επίθεσης ο Μέρι ήταν μαζί του άθικτος πισωκάπουλα, ως την ώρα που ήρθε η Σκιά· και τότε ο Γουϊντφόλα τους είχε ρίξει κάτω από το φόβο του κι έτρεχε τώρα ξέφρενα στον κάμπο. Ο Μέρι σύρθηκε με τα τέσσερα σαν ζαλισμένο ζώο και τέτοιος τρόμος τον είχε κυριέψει, που ήταν τυφλωμένος κι άρρωστος.
«Είσαι υπασπιστής του Βασιλιά! Υπασπιστής του βασιλιά! – του φώναζε η καρδιά του. Πρέπει να μείνεις στο πλευρό του. Του είχες πει πως θα τον έχεις σαν πατέρα.»
Η θέλησή του όμως δεν ανταποκρινόταν και το κορμί του έτρεμε. Δεν τολμούσε ούτε ν’ ανοίξει τα μάτια του ούτε να κοιτάξει ψηλά.
Τότε, μέσα στο σκοτάδι του μυαλού του, νόμισε πως άκουσε τον Ντέρνχελμ να μιλάει· όμως η φωνή του τώρα ακουγόταν παράξενα και του έφερνε στο νου κάποια άλλη φωνή που ήξερε.
– Χάσου, βρομερέ βρικόλακα, άρχοντα των ψοφιμιών! Άφησε τους νεκρούς ήσυχους!
Μια παγερή φωνή αποκρίθηκε:
– Μην μπαίνεις ανάμεσα στο Νάζγκουλ και στη λεία του! Ειδαλλιώς θα σε σκοτώσει σα θα ’ρθει η σειρά σου. Θα σε πάρει μαζί του στα σπίτια των θρήνων, πέρα απ’ όλα τα σκοτάδια, εκεί που θ’ αφανιστεί το κορμί σου και το απογυμνωμένο σου μυαλό θα απομείνει ακάλυπτο στο Αβλέφαρο Μάτι.
Ένα σπαθί αντήχησε καθώς βγήκε απ’ το θηκάρι.
– Κάνε ό,τι θέλεις· εγώ όμως θα το εμποδίσω, αν μπορώ.
– Να εμποδίσεις εμένα; Τρελέ! Κανένας άντρας ζωντανός δεν μπορεί να μ’ εμποδίσει!
Τότε ο Μέρι άκουσε τον πιο παράξενο απ’ όλους τους ήχους της ώρας εκείνης. Του φάνηκε πως ο Ντέρνχελμ έβαλε τα γέλια και η καθάρια φωνή του αντηχούσε σαν ατσάλι.