– Μα εγώ δεν είμαι άντρας ζωντανός! Μπροστά σου βλέπεις μια γυναίκα. Είμαι η Έογουιν, η κόρη του Έομουντ. Εσύ στέκεσαι ανάμεσα σ’ εμένα και στον άρχοντα συγγενή μου. Φύγε, αν δεν είσαι αθάνατος. Γιατί είτε είσαι ζωντανός είτε σκοτεινός νεκροζώντανος, εγώ θα σε χτυπήσω, αν τον αγγίξεις.
Το φτερωτό πλάσμα έκρωξε, αλλά το Δαχτυλιδοφάντασμα δεν απάντησε κι έμεινε σιωπηλό, σαν από ξαφνική αμφιβολία. Η μεγάλη του απορία για μια στιγμή νίκησε το φόβο του Μέρι. Άνοιξε τα μάτια του και η μαυρίλα χάθηκε. Εκεί, λίγα βήματα πιο πέρα, καθόταν το μεγάλο όρνιο κι όλα ήταν σκοτεινά ολόγυρά του κι από πάνω του ορθωνόταν απειλητικά ο Άρχοντας των Νάζγκουλ σαν σκιά απελπισίας. Λίγο πιο αριστερά αντιμέτωπή τους στεκόταν εκείνη που την έλεγε Ντέρνχελμ. Αλλά το κράνος που έκρυβε το μυστικό της είχε πέσει και τα φωτεινά μαλλιά της, ελευθερωμένα απ’ τα δεσμά τους, γυάλιζαν σαν χλωμό χρυσάφι στους ώμους της. Τα μάτια της γκρίζα σαν τη θάλασσα ήταν σκληρά και άγρια κι όμως δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. Στο χέρι της κρατούσε σπαθί κι είχε την ασπίδα της σηκωμένη ενάντια στη φρίκη των ματιών του εχθρού της.
Ήταν η Έογουιν και ταυτόχρονα ο Ντέρνχελμ. Γιατί στη μνήμη του Μέρι πέρασε σαν αστραπή η ανάμνηση του προσώπου που είδε φεύγοντας από το Ντάνχάροου· το πρόσωπο κάποιου που πάει γυρεύοντας το θάνατο, γιατί δεν έχει ελπίδες. Οίκτος πλημμύρισε την καρδιά του και μεγάλος θαυμασμός και ξαφνικά το θάρρος της φυλής του, που δύσκολα ξυπνούσε, ξύπνησε. Έσφιξε το χέρι του. Λεν έπρεπε να πεθάνει τόσο ωραία, τόσο απελπισμένη! Τουλάχιστο δε θα πέθαινε μονάχη της, αβοήθητη.
Το πρόσωπο του εχθρού δεν ήταν στραμμένο προς το μέρος του, όμως αυτός μόλις που τολμούσε να κουνηθεί, τρέμοντας μην τυχόν και τα θανατερά μάτια πέσουν πάνω του. Αργά αργά άρχισε να σέρνεται στο πλάι· αλλά ο Μαύρος Καπετάνιος, γεμάτος αμφιβολία και κακία, απορροφημένος από τη γυναίκα μπροστά του, δεν του έδωσε περισσότερη σημασία από ό,τι θα έδινε σ’ ένα σκουλήκι στη λάσπη.
Ξαφνικά το τεράστιο πουλί χτύπησε τα απαίσια φτερά του κι ο αέρας που σήκωσαν ήταν βρόμικος. Τινάχτηκε πάλι στον αέρα και ύστερα γρήγορα έπεσε πάνω στην Έογουιν, ουρλιάζοντας διαπεραστικά, χτυπώντας με ράμφος και νύχια.
Αυτή όμως εξακολουθούσε να μη δειλιάζει· ήταν κόρη των Ροχίριμ, παιδί βασιλιάδων, λεπτή σαν ατσαλένια λεπίδα, όμορφη και φοβερή μαζί. Έδωσε ένα γρήγορο χτύπημα, επιδέξιο και θανατερό. Έκοψε πέρα ως πέρα τον τεντωμένο λαιμό και το κομμένο κεφάλι έπεσε σαν πέτρα. Τινάχτηκε πίσω καθώς το τεράστιο κορμί έπεσε με τα τεράστια φτερά του απλωμένα και σωριάστηκε στη γη· και με το πέσιμό του ο ίσκιος έφυγε. Ένα φως την τύλιξε και τα μαλλιά της έλαμψαν με την ανατολή του ήλιου.
Μέσ’ από τα συντρίμμια σηκώθηκε ο Μαύρος Καβαλάρης, ψηλός κι απειλητικός, σαν πύργος μπροστά της. Με μια κραυγή μίσους, που τρύπησε τ’ αυτιά της σαν δηλητήριο, άφησε το τσεκούρι του να πέσει. Η ασπίδα της έγινε χίλια κομμάτια και το χέρι της έσπασε· σκόνταψε κι έπεσε στα γόνατα. Αυτός έσκυψε πάνωθέ της σαν σύννεφο και τα μάτια του γυάλιζαν σήκωσε το τσεκούρι του για να σκοτώσει.
Ξαφνικά όμως σκόνταψε κι αυτός μπροστά με μια κραυγή μεγάλου πόνου και το χτύπημά του αστόχησε κι έπεσε στο χώμα. Το σπαθί του Μέρι τον είχε χτυπήσει από πίσω. Ξεσχίζοντας το μαύρο μανδύα και περνώντας κάτω από τον αλυσιδωτό θώρακα είχε τρυπήσει τον τένοντα πίσω από το πανίσχυρο γόνατό του.
– Έογουιν! Έογουιν! φώναξε ο Μέρι.
Τότε εκείνη, παραπατώντας, σηκώθηκε με κόπο όρθια και με όση δύναμη της είχε απομείνει έμπηξε το σπαθί της ανάμεσα στην κορόνα και στο μανδύα, καθώς οι τεράστιοι ώμοι έσκυβαν μπροστά της. Το σπαθί έσπασε σπιθίζοντας κι έγινε αμέτρητα κομμάτια. Η κορόνα κύλησε κι έπεσε με θόρυβο κάτω, Η Έογουιν έπεσε μπροστά πάνω στον πεσμένο της εχθρό. Αλλά, να! ο μανδύας κι ο αλυσιδωτός θώρακας ήταν άδειοι. Δίχως κανένα σχήμα ήταν πεσμένοι τώρα καταγής, σκισμένοι κι ανακατεμένοι· και μια κραυγή υψώθηκε στον αέρα που τρεμούλιασε κι έσβησε καταλήγοντας σ’ ένα στριγκό θρήνο, που τον πήρε ο άνεμος – μια ασώματη λεπτή φωνή που έσβησε και χάθηκε και δεν ακούστηκε ποτέ ξανά σ’ εκείνη την εποχή αυτού του κόσμου.
Και να τος εκεί ο Μέριαντοκ ο χόμπιτ να στέκεται ανάμεσα στους σκοτωμένους, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια σαν κουκουβάγια τη μέρα, γιατί τον τύφλωναν τα δάκρυα· και λες μέσα από ομίχλη έβλεπε το ξανθό κεφάλι της Έογουιν, όπως ήταν πεσμένη δίχως να κουνιέται· και κοίταξε το πρόσωπο του βασιλιά που ήταν πεσμένος μέσα στη δόξα του. Γιατί ο Ασπροχαίτης μέσα στην αγωνία του είχε κυλήσει πιο πέρα από το βασιλιά πάλι· αυτός όμως ήταν ο χαμός του κυρίου του.