Выбрать главу

Τότε ο Μέρι έσκυψε και πήρε το χέρι του να το φιλήσει, και να! Ο Θέοντεν άνοιξε τα μάτια του, που ήταν αθόλωτα, και είπε με ήσυχη φωνή, που έβγαινε όμως με δυσκολία:

– Έχε γεια, κύριε Χόμπιτλα! είπε. Το κορμί μου είναι κομμάτια. Πηγαίνω στους προγόνους μου. Και τώρα δε θα ντρέπομαι στην υψηλή συντροφιά τους. Έριξα το μαύρο φίδι. Άγριο πρωινό, χαρούμενη μέρα, χρυσαφένιο ηλιοβασίλεμα!

Ο Μέρι δεν μπορούσε να μιλήσει, αλλά ξανάβαλε τα κλάματα.

– Συγχώρεσέ με, άρχοντα – είπε τέλος -, αν παράκουσα τη διαταγή σου και τελικά δεν κατάφερα να κάνω τίποτα άλλο στην υπηρεσία σου παρά να κλαίω στο χωρισμό μας.

Ο γερο-βασιλιάς χαμογέλασε.

– Μη λυπάσαι! Είσαι συγχωρεμένος. Δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί μια μεγάλη καρδιά. Ζήσε τώρα ευλογημένος· κι όταν κάθεσαι ήσυχος με την πίπα σου, να με θυμάσαι! Γιατί τώρα ποτέ δε θα καθίσω μαζί σου στο Μέντουσελντ, όπως σου είχα υποσχεθεί, ούτε θ’ ακούσω τις ιστορίες σου για τον καπνό.

Έκλεισε τα μάτια του κι ο Μέρι έσκυψε το κεφάλι δίπλα του. Σε λίγο μίλησε πάλι:

– Πού είναι ο Έομερ; Γιατί τα μάτια μου σκοτεινιάζουν και θα ήθελα να τον δω πριν φύγω. Πρέπει να με διαδεχθεί στο θρόνο. Και θα ήθελα να ειδοποιήσω και την Έογουιν. Αυτή, αυτή δεν ήθελε να την αφήσω και τώρα δε θα τη δω ξανά, που την αγαπούσα περισσότερο κι από κόρη μου.

– Άρχοντα, άρχοντα, άρχισε να λέει ο Μέρι σπασμένα, αυτή είναι...

Αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μεγάλη φασαρία και παντού γύρω τους βούκινα και σάλπιγγες αντηχούσαν. Ο Μέρι κοίταξε γύρω· είχε ξεχάσει τον πόλεμο κι όλον τον υπόλοιπο κόσμο και του φαινόταν λες και είχαν περάσει πολλές ώρες από τότε που έπεσε ο βασιλιάς, αν και στ’ αλήθεια ήταν πολύ λίγο. Τώρα όμως είδε πως κινδύνευαν να βρεθούν παγιδευμένοι στη μέση μιας μεγάλης μάχης που ήταν έτοιμη να αρχίσει.

Νέες δυνάμεις του εχθρού έρχονταν βιαστικά πάνω στο δρόμο από το Ποτάμι· και από κάτω από τα τείχη έρχονταν οι λεγεώνες της Μόργκουλ· και από το νότιο μέρος έρχονταν το πεζικό του Χάραντ με ■ ιππικό μπροστά τους και πίσω τους υψώνονταν οι θεόρατες ράχες των mûmakil με τους πολεμικούς πύργους τους. Αλλά από τα βόρεια το άσπρο λοφίο του Έομερ οδηγούσε το μεγάλο μέτωπο των Ροχίριμ, που είχε πάλι συγκεντρώσει και ανασυντάξει· και από την Πόλη θγήκε όλη η δύναμη των αντρών που ήταν μέσα και ο ασημένιος κύκνος του Ντολ Άμροθ ανέμιζε μπροστά διώχνοντας τον εχθρό από την Πύλη.

Για μια στιγμή πέρασε από το νου του Μέρι η σκέψη: «Πού είναι ο Γκάνταλφ; Δεν είναι εδώ; Δε θα μπορούσε να έχει σώσει το βασιλιά και την Έογουιν;»

Εκείνη όμως την ώρα ήρθε ο Έομερ βιαστικά και μαζί του οι ιππότες του παλατιού, που ήταν ακόμα ζωντανοί και είχαν τώρα υποτάξει τα άλογά τους. Κοίταξαν με απορία το κουφάρι του άγριου ζώου που ήταν πεσμένο εκεί’ και τα άλογά τους δεν το πλησίαζαν με τίποτα. Ο

Έομερ πήδηξε από τη σέλα και τον κυρίεψε λύπη κι απελπισία όταν πλησίασε στο πλευρό του βασιλιά και στάθηκε εκεί σιωπηλά.

Ύστερα ένας από τους ιππότες πήρε το λάβαρο του βασιλιά από το χέρι του Γκούτλαφ του σημαιοφόρου, που κείτονταν νεκρός, και το σήκωσε ψηλά. Αργά ο Θέοντεν άνοιξε τα μάτια του. Βλέποντας το λάβαρο έκανε νόημα πως έπρεπε να το δώσουν στον Έομερ.

– Χαίρε, Βασιλιά του Μαρκ! είπε. Πήγαινε τώρα για τη νίκη! Πες στην Έογουιν ότι την αποχαιρετώ!

Κι έτσι πέθανε και δεν έμαθε πως η Έογουιν ήταν πεσμένη κοντά του. Κι όσοι στέκονταν εκεί γύρω, έκλαψαν, φωνάζοντας:

– Βασιλιά Θέοντεν! Βασιλιά Θέοντεν! Όμως ο Έομερ τους είπε:

Μην πολυθρηνείτε! Μεγάλος ήταν αυτός που έπεσε και το τέλος του αντάξιο. Σαν θα υψώσουμε τον τύμβο του τότε θα κλάψουν οι γυναίκες. Τώρα μας καλεί ο πόλεμος.

Όμως κι αυτός ο ίδιος έκλαιγε καθώς μιλούσε.

– Ας μείνουν εδώ οι ιππότες του, είπε, για να μεταφέρουν το σώμα του με τιμές από το πεδίο της μάχης, μην τυχόν και το παρασύρει ο πόλεμος! Ναι, και όλους τους άλλους άντρες του βασιλιά που έχουν πέσει εδώ.

Κοίταξε τους νεκρούς κι αναθυμόταν τα ονόματά τους. Ύστερα ξαφνικά είδε πεσμένη την αδελφή του την Έογουιν και τη γνώρισε. Στάθηκε για μια στιγμή σαν τον άνθρωπο που τον διαπερνά, τη στιγμή ακριβώς που φωνάζει, ένα βέλος στην καρδιά· και ύστερα το πρόσωπό του άσπρισε σαν του νεκρού κι ένας παγωμένος θυμός φούντωσε μέσα του, ώστε για λίγο του κόπηκε η λαλιά. Μια θανατερή διάθεση τον κυρίεψε.

– Έογουιν, Έογουιν! φώναξε τέλος. Έογουιν, πώς βρέθηκες εσύ εδώ; Τι τρέλα, τι διαβολικό πράγμα είν’ αυτό; Θάνατος, θάνατος, θάνατος! Όλους να μας πάρει ο θάνατος!

Ύστερα, δίχως να συμβουλευτεί κανέναν ούτε να περιμένει να πλησιάσουν οι άντρες από την Πόλη, σπιρούνισε το άλογά του πίσω κατά το μέτωπο του μεγάλου στρατεύματος και σάλπισε μ’ ένα βούκινο και φώναξε δυνατά ν’ αρχίσει η επίθεση. Παντού στον κάμπο αντήχησε το κάλεσμα της καθάριας φωνής του.