Выбрать главу

– Θάνατος! Καλπάστε, εμπρός, στον όλεθρο και στη συντέλεια του κόσμου!

Και με αυτά τα λόγια ο στρατός άρχισε να κινείται. Οι Ροχίριμ όμως δεν τραγουδούσαν πια. Θάνατος, φώναξαν με μια φωνή βροντερή και τρομερή και, παίρνοντας φόρα σαν μεγάλο παλιρροϊκό κύμα, προσπέρασαν τον πεσμένο βασιλιά τους και κάλπασαν βουίζοντας πέρα κατά το νοτιά.

Και ο Μέριαντοκ, ο χόμπιτ, στεκόταν ακόμα εκεί ανοιγοκλείνοντας τα δακρυσμένα του μάτια και κανείς δεν του μίλησε ούτε κανείς φάνηκε να του δίνει σημασία. Σκούπισε τα δάκρυά του κι έσκυψε να σηκώσει την πράσινη ασπίδα που του είχε δώσει η Έογουιν και την κρέμασε στην πλάτη του. Ύστερα αναζήτησε το σπαθί του, που το είχε αφήσει να του πέσει· γιατί από τη στιγμή που είχε δώσει τη σπαθιά του, το χέρι του μούδιασε και τώρα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μονάχα το αριστερό του χέρι. Και να! να το το όπλο του, η λάμα όμως κάπνιζε σαν ξερό κλαδί που το έβαλαν στη φωτιά· και όπως το κοίταζε, σπαρτάρισε, ζάρωσε και διαλύθηκε.

Έτσι χάθηκε το σπαθί της Κοιλάδας των Βρικολάκων, που ήταν έργο της Μακρινής Δύσης. Αλλά θα χαιρόταν να μάθαινε τη μοίρα του εκείνος που το αργοδούλεψε και το έφτιαξε πολύ παλιά στο Βόρειο-βασίλειο, τότε που οι Ντούνεντεν ήταν νέοι κι ο κυριότερος ανάμεσα στους εχθρούς τους ήταν ο μάγος βασιλιάς του τρομερού βασιλείου της Άνγκμαρ. Καμιά άλλη λάμα, ακόμα κι αν την κρατούσαν χέρια πιο δυνατά, δε θα είχε δώσει σ’ εκείνον τον εχθρό τόσο καίρια πληγή, σκίζοντας τη σάρκα που δεν πέθαινε, λύνοντας τα μάγια που έδεναν τους αόρατους τένοντες στη θέλησή του.

Οι άντρες τώρα σήκωσαν το βασιλιά και, απλώνοντας μανδύες πάνω σε κοντάρια, έφτιαξαν ένα πρόχειρο φορείο για να τον μεταφέρουν στην Πόλη· και άλλοι σήκωσαν προσεκτικά την Έογουιν και ακολούθησαν. Αλλά τους άντρες του παλατιού δεν μπορούσαν να τους απομακρύνουν ακόμα από το πεδίο της μάχης· γιατί εκεί είχαν πέσει επτά από τους ιππότες του βασιλιά και ο Ντέοργουάινι ο αρχηγός τους ήταν ανάμεσά τους. Έτσι τους έβαλαν ξέχωρα από τους εχθρούς τους και το άγριο όρνεο κι έμπηξαν κοντάρια ολόγυρά τους. Και αργότερα, όταν είχαν όλα τελειώσει, γύρισαν εκεί άντρες κι άναψαν φωτιά κι έκαψαν το κουφάρι του όρνεου· για τον Ασπροχαίτη όμως έσκαψαν ένα μνήμα και του έβαλαν μια πλάκα που πάνω της ήταν χαραγμένο στη γλώσσα της Γκόντορ και του Μαρκ:

Θάνατος τον αφέντη του, μα πιστός υπηρέτης. Γιος της Αλαφροπόδαρης, ο γοργός Ασπροχαίτης.

Πλούσιο πράσινο χορτάρι φύτρωσε στο Μνημείο του Ασπροχαίτη, όμως εκεί που είχαν κάψει το όρνεο, το χώμα ήταν μαύρο και γυμνό.

Αργά τώρα και θλιμμένα προχωρούσε ο Μέρι στο πλευρό των μεταφορέων καν δεν έδωσε πια σημασία στη μάχη. Ήταν κατάκοπος, πολύ πονεμένος και το κορμί του έτρεμε λες και ήταν κρυωμένος. Βροχή καταρράκτης ήρθε από τη θάλασσα κι έμοιαζε λες κι όλα να έκλαιγαν για το Θέοντεν και την Έογουιν, σβήνοντας τις φωτιές στην Πόλη με γκρίζα δάκρυα. Σαν σε καταχνιά σε λίγο είδε την προφυλακή των αντρών της Γκόντορ να πλησιάζει. Ο Ιμραχίλ, ο Πρίγκιπας του Ντολ Άμροθ, πλησίασε και σταμάτησε το άλογό του μπροστά τους.

– Τι φορτίο μεταφέρετε, Άντρες του Ρόαν; φώναξε,

– Το Βασιλιά Θέοντεν, απάντησαν. Είναι νεκρός. Όμως ο Βασιλιάς Έομερ βρίσκεται τώρα στη μάχη – αυτός με το άσπρο λοφίο που ανεμίζει.

Τότε ο πρίγκιπας κατέβηκε από το άλογό του και γονάτισε πλάι στο νεκροκρέβατο για να τιμήσει το βασιλιά και τη μεγάλη του έφοδο· κι έκλαψε. Κι ύστερα όπως σηκώθηκε, είδε την Έογουιν και απόρησε.

– Γυναίκα είναι αυτή εδώ; είπε. Ήρθαν ακόμα και οι γυναίκες των Ροχίριμ να πολεμήσουν τώρα που έχουμε ανάγκη;

– Όχι! Μόνο μία, απάντησαν. Η Αρχόντισσα Έογουιν, η αδελφή του Έομερ· και δεν ξέραμε τίποτα ως αυτή την ώρα και πολύ μας έχει στοιχίσει.

Τότε ο πρίγκιπας βλέποντας την ομορφιά της, μόλο που το πρόσωπό της ήταν χλωμό και παγωμένο, άγγιξε το χέρι της καθώς έσκυψε να την κοιτάξει πιο κοντά.

– Άντρες του Ρόαν! φώναξε. Δεν έχετε γιατρούς μαζί σας; Είναι πληγωμένη, θανατηφόρα ίσως, όμως βλέπω πως ζει ακόμα.

Και έφερε τη γυαλιστερή ασπίδα που κρατούσε στο χέρι του μπροστά στα παγωμένα της χείλια, και να! λίγη άχνα, που μόλις διακρινόταν, απλώθηκε πάνω της.

– Κάνετε γρήγορα τώρα, είπε, κι έστειλε κάποιον να τρέξει γρήγορα πίσω στην Πόλη να φέρει βοήθεια.

Εκείνος όμως, κάνοντας βαθιά υπόκλιση στους πεσόντες, τους αποχαιρέτισε και καβαλικεύοντας πάλι έφυγε για τη μάχη.

Και τώρα η μάχη φούντωσε αγριεμένη στον κάμπο του Πέλενορ· και η κλαγγή των όπλων έφτασε ως τον ουρανό, μαζί με τις κραυγές των αντρών και τα χρεμετίσματα των αλόγων. Βούκινα αντηχούσαν και σάλπιγγες ακούγονταν βραχνές και οι mûmakil σάλπιζαν καθώς τους σπιρούνιζαν για τη μάχη. Κάτω από τα νότια τείχη της Πόλης το πεζικό της Γκόντορ τώρα συμπλεκόταν με τις λεγεώνες της Μόργκουλ, που είχαν ακόμα συγκεντρωμένες τις δυνάμεις τους εκεί. Το ιππικό όμως κάλπασε ανατολικά να βοηθήσει τον Έομερ: ο Χούριν ο Υψηλός, ο Φύλακας των Κλειδιών, κι ο Άρχοντας του Λόσαρναχ και ο Χιρλούιν των Πράσινων Λόφων μαζί με τον Πρίγκιπα Ιμραχίλ τον ωραίο και όλους τους ιππότες του.