Выбрать главу

Πάνω στην ώρα έφτασε η βοήθεια για τους Ροχίριμ· γιατί η τύχη είχε στραφεί ενάντια στον Έομερ και ο μεγάλος θυμός του τον είχε προδώσει. Η μεγάλη οργή της επίθεσής του είχε κατατροπώσει το μέτωπο των εχθρών του και μεγάλες σφήνες του ιππικού του είχαν χωρίσει στη μέση την παράταξη των Νοτίων, φέρνοντας σε δύσκολη θέση το ιππικό τους και σακατεύοντας το πεζικό. Αλλά όπου έρχονταν οι mûmakil τα άλογα δεν προχωρούσαν, αλλά οπισθοχωρούσαν και άλλαζαν πορεία· και τα θεόρατα τέρατα προχωρούσαν δίχως να τα πολεμάει κανείς και ορθώνονταν σαν πύργοι αμυντικοί, που οι Χαράντριμ ανασυντάχθηκαν γύρω τους. Και αν και οι Ροχίριμ κατά την επίθεσή τους ήταν ένας προς τρεις με τους Χαράντριμ μονάχα, η κατάστασή τους γρήγορα χειροτέρεψε· γιατί καινούριες δυνάμεις ξεχύθηκαν τώρα στο πεδίο της μάχης από την Οσγκίλιαθ. Ήταν συγκεντρωμένες εκεί για να λαφυραγωγήσουν την Πόλη και να λεηλατήσουν την Γκόντορ, περιμένοντας το κάλεσμα του Καπετάνιου τους. Αυτός όμως τώρα είχε αφανιστεί· ο Γκόθμογκ όμως, ο υπαρχηγός της Μόργκουλ, τους έριξε στη μάχη· Ανατολίτες με τσεκούρια και Βάριαγκς από το Καντ, Νότιους ντυμένους στα κόκκινα και από το Άπω Χαράντ μαύρους, που έμοιαζαν με γίγαντες με άσπρα μάτια και κόκκινες γλώσσες. Μερικοί έτρεχαν τώρα βιαστικά στα νώτα των Ροχίριμ, ενώ άλλοι τράβηξαν δυτικά για να συγκρατήσουν τις δυνάμεις της Γκόντορ και να τις εμποδίσουν να ενωθούν με το Ρόαν.

Και ήταν τότε που η μέρα άρχισε έτσι να γυρίζει σε βάρος της Γκόντορ και οι ελπίδες τους άρχισαν να ταλαντεύονται, όταν μια νέα φωνή ακούστηκε από την Πόλη, ήταν τότε μεσημέρι, και φυσούσε δυνατά και η βροχή έφευγε στο βοριά και ο ήλιος έλαμπε. Σ’ εκείνη την καθαρή ατμόσφαιρα οι σκοποί στα τείχη είδαν μακριά ένα καινούριο φοβερό θέαμα κι έχασαν και την τελευταία τους ελπίδα.

Γιατί ο Άντουιν, από τη στροφή που έπαιρνε στο Χάρλοντ, κυλούσε με τέτοιον τρόπο, ώστε οι άνθρωποι από την Πόλη μπορούσαν να τον παρακολουθούν για αρκετές λεύγες και όσοι έβλεπαν μακριά μπορούσαν να δουν όποιο πλοίο κι αν πλησίαζε. Και κοιτάζοντας κατά κει πέρα φώναξαν μ’ απελπισία· γιατί μαύρο στο βάθος του γυαλιστερού Ποταμού είδαν ένα στόλο να έρχεται με τη βοήθεια του ανέμου· δρόμωνες και μεγάλα πλοία με πολλά κουπιά και μαύρα πανιά που τα φούσκωνε η αύρα.

– Οι Κουρσάροι του Ούμπαρ! ξεφώνισαν οι άντρες.

– Οι Κουρσάροι του Ούμπαρ! Να! Οι Κουρσάροι του Ούμπαρ έρχονται. Πήραν, λοιπόν, το Μπέλφαλας και το Έθιρ, πάει το Λέμπενιν. Πλάκωσαν οι Κουρσάροι! Η χαριστική βολή της μοίρας.

Και μερικοί δίχως εντολή, γιατί δε βρισκόταν κανείς στην Πόλη να τους δώσει διαταγές, έτρεξαν στις καμπάνες και σήμαναν συναγερμό· και άλλοι σάλπισαν υποχώρηση με τις τρομπέτες.

— Πίσω στα τείχη! φώναζαν. Πίσω στα τείχη! Γυρίστε στην Πόλη πριν χαθούμε όλοι!

Ο αέρας όμως που έφερνε γρήγορα τα πλοία, έπαιρνε τη φωνή τους μακριά.

Πάντως οι Ροχίριμ δεν είχαν καμιά ανάγκη για νέα ή συναγερμό. Μπορούσαν πολύ καλά από μόνοι τους να δουν τα μαύρα πανιά. Γιατί ο Έομερ απείχε λιγότερο από ένα μίλι από το Χάρλοντ και ένα μεγάλο πλήθος των πρώτων του αντιπάλων βρισκόταν ανάμεσα σ’ αυτόν και στο λιμάνι πέρα, ενώ καινούριοι εχθροί ορμούσαν στροβιλίζοντας στα νώτα του, αποκόπτοντάς τον από τον Πρίγκιπα. Κοίταξε τώρα στο Ποτάμι και η ελπίδα έσβησε στην καρδιά του και τον άνεμο που είχε θεωρήσει ευλογημένο τώρα τον έλεγε καταραμένο. Οι ορδές της Μόρντορ όμως αναθάρρησαν και, με καινούρια λαχτάρα και μένος, όρμησαν με κραυγές στην επίθεση.

Ήταν άγρια η διάθεση του Έομερ τώρα και ο νους του ξεκάθαρος πάλι. Είπε και σάλπισαν τα βούκινα για να ανασυνταχθούν όλοι οι άντρες, όσοι μπορούσαν να έρθουν εκεί, γύρω απ’ το λάβαρό του· γιατί σκέφθηκε να σχηματίσει ένα μεγάλο τείχος με ασπίδες στο τέλος και να πολεμήσει εκεί πεζός, ώσπου να πέσουν όλοι και να πράξουν ανδραγαθήματα άξια να υμνηθούν στον κάμπο του Πέλενορ, ακόμα κι αν δεν έμενε άνθρωπος στη Δύση να θυμάται τον τελευταίο Βασιλιά του Μαρκ. Έτσι κάλπασε σ’ ένα πράσινο λοφάκι κι έστησε εκεί το λάβαρο του και το Άσπρο Άλογο έτρεχε κυματίζοντας στον αέρα.

Ξεπερνώντας την αμφιβολία, στο ξημέρωμα ολόμαυρης μέρας, Ήρθα στον ήλιο τραγουδώντας, με σπαθί γυμνωμένο. Κάλπαζα δίχως ελπίδα, με καρδιά τσακισμένη: Ν’ αφανίζω μ’ οργή, ώσπου νά ’ρθει το σούρουπο πνιγμένο στο αίμα.