Αυτούς τους στίχους απήγγειλε, γελούσε όμως όπως τους έλεγε. Γιατί για μια ακόμα φορά τον είχε κυριέψει ο οίστρος της μάχης· και ήταν ακόμα ανέγγιχτος κι ήταν νέος κι ήταν βασιλιάς· ο άρχοντας ενός άγριου λαού. Και να! ενώ περιγελούσε ακόμα την απελπισία, κοίταξε ξανά τα μαύρα καράβια και σήκωσε ψηλά το σπαθί του, αψηφώντας τα.
Και τότε τον κυρίεψε θαυμασμός και μεγάλη χαρά· και πέταξε το σπαθί του ψηλά στο φως του ήλιου και τραγουδούσε καθώς το έπιασε. Και όλα τα μάτια ακολούθησαν το βλέμμα του και να! στο πρώτο πρώτο καράβι υψώθηκε μια μεγάλη σημαία και ο άνεμος την ξεδίπλωσε καθώς έστριψε προς το Χάρλοντ. Πάνω της άνθιζε ένα Λευκό Δέντρο κι αυτό συμβόλιζε την Γκόντορ· αλλά γύρω του είχε Επτά Αστέρια και από πάνω του μια ψηλή κορόνα, τα εμβλήματα του Έλεντιλ, που κανένας άρχοντας δεν τα είχε χρησιμοποιήσει εδώ και αμέτρητα χρόνια. Και τα αστέρια άναψαν στο φως του ήλιου, γιατί ήταν κεντημένα με πετράδια από την Άργουεν, τη θυγατέρα του Έλροντ· και η κορόνα έλαμπε στο φως του πρωινού, γιατί ήταν κεντημένη με χρυσάφι και μίθριλ.
Κι έτσι έφτασε ο Άραγκορν ο γιος του Άραθορν, ο Ελέσαρ, ο κληρονόμος του Ισίλντουρ, αφού πέρασε τα Μονοπάτια των Νεκρών και τον έφερε ο άνεμος από τη θάλασσα στο βασίλειο της Γκόντορ· και η χαρά των Ροχίριμ ήταν ένας χείμαρρος γέλιου και οι αστραπές των σπαθιών τους· και η χαρά κι ο θαυμασμός της Πόλης ήταν οι τρομπέτες που σάλπιζαν και οι καμπάνες που χτυπούσαν. Αλλά τα στίφη της Μόρντορ σάστισαν και τους φάνηκε μεγάλη μαγεία τα δικά τους πλοία να είναι γεμάτα με τους εχθρούς τους· μαύρος τρόμος τους κυρίεψε, γιατί κατάλαβαν πως η τύχη είχε στραφεί εναντίον τους και το τέλος τους πλησίαζε.
Ανατολικά κάλπαζαν οι ιππότες του Ντολ Άμροθ κατατροπώνοντας τους εχθρούς μπροστά τους – τους γίγαντες, τους Βάριαγκ και τους ορκ που μισούσαν το φως του ήλιου. Νότια προχωρούσε ο Έομερ κι όλοι το ’βαζαν στα πόδια μπροστά του και έτσι παγιδεύτηκαν ανάμεσα στο σφυρί και στο αμόνι. Γιατί τώρα άντρες πήδηξαν από τα καράβια στις αποβάθρες του Χάρλοντ και σάρωναν τα πάντα σαν την καταιγίδα προχωρώντας Βορινά. Να κι ο Λέγκολας και ο Γκίμλι κραδαίνοντας το τσεκούρι του, ο Χάλμπαραντ με τη σημαία, ο Ελάνταν κι ο Ελρόχιρ με άστρα στα μέτωπα τους και οι Ντούνεντεν με το αποφασιστικό χέρι, οι Περιφερόμενοι Φύλακες του Βορρά, επικεφαλής όλων των αντρειωμένων παλικαριών του Λέμπενιν και του Λάμεντον και των τιμαρίων του Νότου. Αλλά πρώτος απ’ όλους πήγαινε ο Άραγκορν με τη Φλόγα της Δύσης, τον Αντούριλ, σαν φρεσκοαναμμένη φωτιά, που ήταν ο Νάρσιλ ξανά συγκολλημένος και το ίδιο θανατηφόρος όπως παλιά· και στο μέτωπό του είχε το Άστρο του Έλεντιλ.
Και έτσι, τέλος, ο Έομερ κι ο Άραγκορν αντάμωσαν στη μάχη κι έγειραν στα σπαθιά τους και κοίταξαν ο ένας τον άλλον όλο χαρά.
– Κι έτσι ανταμώνουμε ξανά, μόλο που όλα τα στίφη της Μόρντορ βρίσκονταν ανάμεσα μας, είπε ο Άραγκορν. Έτσι δεν είχα πει στο Φρούριο της Σάλπιγγας;
– Έτσι είχες πει, είπε ο Έομερ, αλλά συχνά οι ελπίδες απατούν και τότε δεν ήξερα πως ήσουν άνθρωπος με προορατικό χάρισμα. Πάντως, είναι διπλά ευλογημένη βοήθεια απρόσμενη και ποτέ δεν έγινε πιο χαρούμενη συνάντηση ανάμεσα σε φίλους.
Έδεσαν τα χέρια τους σφιχτά σε χειραψία.
– Και ούτε, βέβαια, σε καλύτερη ώρα, είπε ο Έομερ. Έρχεσαι ακριβώς πάνω στην ώρα, φίλε μου. Μεγάλες απώλειες και λύπη μάς έχει βρει.
– Τότε, ας πάρουμε εκδίκηση, πριν μιλήσουμε γι’ αυτά! είπε ο Άραγκορν και ξαναγύρισαν πίσω στη μάχη μαζί.
Είχαν ακόμα μπροστά τους σκληρή μάχη και πολύωρους κόπουςγιατί οι Νότιοι ήταν άντρες τολμηροί και άγριοι και εξαγριωμένοι στην απελπισία τους· και οι Ανατολίτες ήταν δυνατοί κι εμπειροπόλεμοι και δε χάριζαν κάστανα. Κι έτσι, πότε εδώ και πότε εκεί, στα καμένα υποστατικά ή στους αχυρώνες, στα λσφάκια ή στα υψώματα, κάτω από τα τείχη ή στα χωράφια, εξακολουθούσαν να μαζεύονται και ν’ ανασυντάσσονται και να πολεμούν, ώσπου τελείωσε η μέρα.
Τότε ο Ήλιος έγειρε τέλος πίσω από το Μιντολούιν και γέμισε τον ουρανό φωτιά, έτσι που όλοι οι λόφοι και τα βουνά βάφτηκαν κόκκινα σαν από αίμα· έλαμπε φωτιά στο Ποτάμι και το γρασίδι του Πέλενορ ήταν κόκκινο όπως έπεφτε η νύχτα. Και κείνη την ώρα η μεγάλη μάχη στον κάμπο της Γκόντορ τελείωσε· και ούτε ένας ζωντανός εχθρός δεν έμεινε στον περίγυρο των Ράμας. Όλους τους σκότωσαν, εκτός από εκείνους που ξέφυγαν για να πεθάνουν ή να πνιγούν στους κόκκινους αφρούς του Ποταμού. Ελάχιστοι κάποτε έφτασαν ανατολικά στη Μόργκουλ ή στη Μόρντορ· και στη χώρα των Χαράντριμ έφτασε μόνο μια ιστορία από μακριά – ένας θρύλος για την οργή και τον τρόμο της Γκόντορ.