Выбрать главу

– Δεν μπορείς να σώσεις το Φαραμίρ;

– Μπορεί και να μπορώ, είπε ο Γκάνταλφ· αλλά αν το κάνω, τότε φοβάμαι πως θα πεθάνουν άλλοι. Λοιπόν, πρέπει να έρθω, εφόσον καμιά άλλη βοήθεια δεν μπορεί να τον φτάσει. Αλλά λύπη και κακό θα βγει απ’ αυτό. Ακόμα και στην καρδιά του λημεριού μας έχει τη δύναμη να μας χτυπάει ο Εχθρός – γιατί είναι το δικό του θέλημα που δουλεύει τώρα.

Ύστερα, αφού είχε πάρει την απόφασή του, κινήθηκε γρήγορα· και, πιάνοντας τον Πίπιν, τον κάθισε μπροστά του και με ένα λόγο έστριψε τον Ίσκιο. Άρχισαν με θόρυβο ν’ ανεβαίνουν τους δρόμους της Μίνας Τίριθ, ενώ η χλαλοή του πολέμου ακουγόταν πίσω τους. Παντού οι άντρες ξεπερνούσαν την απελπισία και το φόβο τους, άρπαζαν τα όπλα τους και έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Ήρθε το Ρόαν!» Οι Καπεταναίοι φώναζαν, οι λόχοι ανασυντάσσονταν πολλοί κατηφόριζαν κιόλας για την Πύλη.

Συνάντησαν τον Πρίγκιπα Ιμραχίλ κι αυτός τους φώναξε:

– Πού πας τώρα, Μιθραντίρ; Οι Ροχίριμ πολεμούν στον κάμπο της Γκόντορ! Πρέπει να συγκεντρώσουμε όσες δυνάμεις μπορούμε να βρούμε.

– Θα χρειαστείς όλους τους άντρες κι άλλους ακόμα, είπε ο Γκάνταλφ. Κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Εγώ θα έρθω μόλις μπορέσω. Αλλά έχω μια δουλειά στον Άρχοντα Ντένεθορ, που δεν μπορεί να περιμένει. Ανάλαβε εσύ το γενικό πρόσταγμα, όσο απουσιάζει ο Άρχοντας!

Συνέχισαν να προχωρούν και όπως ανέβαιναν και πλησίαζαν την Ακρόπολη ένιωσαν τον αέρα να τους φυσάει στο πρόσωπο κι είδαν το πρώτο αντιφέγγισμα της αυγής μακριά, ένα φως που δυνάμωνε στον ουρανό κατά το Νοτιά. Αλλά τους έδωσε λίγες ελπίδες, γιατί δεν ήξεραν τι κακό τους περίμενε και είχαν το φόβο πως θα έφταναν πολύ αργά.

– Το σκοτάδι φεύγει, είπε ο Γκάνταλφ, αλλά εξακολουθεί να απλώνεται βαρύ πάνω σ’ αυτή την Πόλη.

Στην είσοδο της Ακρόπολης δε βρήκαν φρουρό.

– Άρα ο Μπέρεγκοντ πήγε, είπε ο Πίπιν με μεγαλύτερη ελπίδα. Έστριψαν και πήραν βιαστικά το δρόμο για την Κλεισμένη Πόρτα.

Στεκόταν ορθάνοιχτη και ο θυρωρός ήταν πεσμένος μπροστά της. Τον είχαν σκοτώσει και του είχαν πάρει το κλειδί.

– Έργο του Εχθρού! είπε ο Γκάνταλφ. Τέτοιες δουλειές του αρέσουν – ο φίλος να πολεμάει το φίλο· διχασμένη αφοσίωση και σύγχυση στις καρδιές.

Τώρα ξεπέζεψε και είπε στον Ίσκιο να γυρίσει στο στάβλο του.

– Γιατί, φίλε μου, είπε, εσύ κι εγώ θα έπρεπε να είχαμε πάει στον κάμπο εδώ και πολλή ώρα, αλλά με καθυστερούν άλλες υποθέσεις. Να έρθεις όμως γρήγορα, αν σε φωνάξω!

Πέρασαν την Πόρτα και πήραν τον περιστροφικό κατηφορικό δρόμο. Το φως δυνάμωνε και οι ψηλές κολόνες και τα αγάλματα πλάι στο δρόμο περνούσαν αργά σαν γκρίζα φαντάσματα.

Ξαφνικά η σιωπή διακόπηκε και άκουσαν κάτω φωνές και χτυπήματα σπαθιών τέτοιοι θόρυβοι δεν είχαν ακουστεί σ’ αυτούς τους ιερούς τόπους από τότε που χτίστηκε η Πόλη. Τέλος, έφτασαν στη Ραθ Ντίνεν κι έτρεξαν στον Οικογενειακό Τάφο των Επιτρόπων, που υψωνόταν με το μεγάλο του τρούλο στο πρωινό φως.

– Σταθείτε! Σταθείτε! φώναξε ο Γκάνταλφ κι όρμησε στην πέτρινη σκάλα μπροστά στην πόρτα. Σταματήστε αυτή την τρέλα!

Γιατί εκεί ήταν οι υπηρέτες του Ντένεθορ με σπαθιά και δάδες στα χέρια τους· αλλά μονάχος στη βεράντα πάνω στο ψηλότερο σκαλοπάτι στεκόταν ο Μπέρεγκοντ, ντυμένος στα μαύρα κι ασημιά της Φρουράς· και υπερασπιζόταν την είσοδο. Δύο είχαν κιόλας πέσει από το σπαθί του λεκιάζοντας τα ιερά με το αίμα τους· και οι υπόλοιποι τον έβριζαν και τον φώναζαν παράνομο και προδότη του αφέντη του.

Την ώρα που ο Γκάνταλφ κι ο Πίπιν ορμούσαν μπροστά, άκουσαν από μέσα από τον οίκο των νεκρών τη φωνή του Ντένεθορ να φωνάζει:

– Γρήγορα, γρήγορα! Κάνετε όπως σας είπα! Σκοτώστε τον αποστάτη! Ή μήπως πρέπει εγώ να το κάνω;

Οπότε η πόρτα που ο Μπέρεγκοντ κρατούσε κλειστή με το αριστερό του χέρι άνοιξε με βία κι εκεί από πίσω του στάθηκε ο Άρχοντας της Πόλεως, ψηλός και άγριος· μια φλόγα έφεγγε στα μάτια του και κρατούσε ένα γυμνό σπαθί.

Ο Γκάνταλφ όμως ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια και οι άντρες οπισθοχώρησαν και σκέπασαν τα μάτια τους· γιατί ο ερχομός του ήταν σαν να ερχόταν ένα άσπρο φως σε ένα σκοτεινό μέρος κι ερχόταν όλος θυμό. Σήκωσε το χέρι του και την ίδια στιγμή το σπαθί του Ντένεθορ τινάχτηκε ψηλά κι έφυγε από το χέρι του κι έπεσε πίσω του στις σκιές του τάφου· κι ο Ντένεθορ πισωπάτησε μπροστά στον Γκάνταλφ σαν κάποιος που έχει σαστίσει.

– Τι είναι αυτά, άρχοντά μου; είπε ο μάγος. Οι οίκοι των νεκρών δεν είναι τόπος για τους ζωντανούς. Και γιατί πολεμάνε εδώ οι άντρες στους Ιερούς Τόπους, ενώ έχει πόλεμο και με το παραπάνω μπροστά στην Πύλη; Ή έφτασε ο Εχθρός μας ακόμα και στη Ραθ Ντίνεν;

– Από πότε ο Άρχοντας της Γκόντορ είναι υπόλογος σ’ εσένα; είπε ο Ντένεθορ. Ή δεν μπορώ να διατάζω τους υπηρέτες μου;