Выбрать главу

– Μπορείς, είπε ο Γκάνταλφ. Άλλοι όμως μπορούν να αντιδρούν στην θέλησή σου, όταν μετατραπεί σε τρέλα ή σε κακό. Πού είναι ο γιος σου, ο Φαραμίρ;

– Είναι μέσα, είπε ο Ντένεθορ, καίγεται, καίγεται κιόλας. Μια φωτιά του έχουν βάλει στη σάρκα του. Σε λίγο όμως θα καούν όλα. Η Δύση απέτυχε. Όλα θα σβήσουν σε μια μεγάλη φωτιά κι όλα θα τελειώσουν. Στάχτες! Στάχτες και καπνός, που θα τα πάρει ο άνεμος!

Τότε ο Γκάνταλφ, βλέποντας την τρέλα που τον είχε κυριέψει, φοβήθηκε πως είχε κιόλας κάνει κάτι κακό. Τον έσπρωξε και μπήκε, με τον Μπέρεγκοντ και τον Πίπιν πίσω του, ενώ ο Ντένεθορ υποχώρησε ώσπου στάθηκε πλάι στο τραπέζι μέσα. Εκεί όμως βρήκαν το Φαραμίρ να ονειρεύεται ακόμα μες στον πυρετό του, ξαπλωμένο στο τραπέζι. Από κάτω ήταν τοποθετημένα ξύλα και παντού ολόγυρα ως πάνω και όλα ήταν μουσκεμένα με πετρέλαιο, ακόμα και τα ρούχα του Φαραμίρ και τα σκεπάσματα· αλλά ακόμα δεν τους είχαν βάλει φωτιά. Τότε ο Γκάνταλφ αποκάλυψε τη δύναμη που βρισκόταν κρυμμένη μέσα του, μόλο που το φως της δύναμής του ήταν κρυμμένο κάτω από τον γκρίζο του μανδύα. Πήδηξε πάνω στα καυσόξυλα και, σηκώνοντας ανάλαφρα τον άρρωστο, πήδηξε πάλι κάτω και τον πήγε κατά την πόρτα. Αλλά την ώρα που πήγαινε ο Φαραμίρ βόγκηξε και φώναξε τον πατέρα του στ’ όνειρό του.

Ο Ντένεθορ τινάχτηκε σαν κάποιος που συνέρχεται από έκσταση και η φλόγα έσβησε στη ματιά του κι άρχισε να κλαίει· και είπε:

– Μη μου παίρνεις το γιο μου! Με φωνάζει.

– Φωνάζει, είπε ο Γκάνταλφ, αλλά δεν μπορείς να τον πλησιάσεις ακόμα. Γιατί πρέπει ν’ αναζητήσει θεραπεία στο κατώφλι του θανάτου και μπορεί και να μην τη βρει. Ενώ ο δικός σου ρόλος είναι να βγεις έξω στη μάχη που δίνει η Πόλη σου, όπου μπορεί και να σε περιμένει ο θάνατος. Αυτό το ξέρεις μέσα στην καρδιά σου βαθιά.

– Δε θα ξυπνήσει πάλι, είπε ο Ντένεθορ. Η μάχη είναι μάταιη. Γιατί να θέλουμε να ζήσουμε περισσότερο; Γιατί να μην πάμε στο θάνατο πλάι πλάι;

– Δε σου έχει δοθεί εξουσία, Επίτροπε της Γκόντορ, να διατάζεις την ώρα του θανάτου σου, απάντησε ο Γκάνταλφ. Και μόνο οι βάρβαροι βασιλιάδες, κάτω από την κυριαρχία της Μαύρης Δυνάμεως, το έκαναν αυτό, αυτοκτονώντας από υπερηφάνεια και απελπισία, δολοφονώντας τους συγγενείς τους για να κάνουν το δικό τους θάνατο ευκολότερο.

Ύστερα, περνώντας την πόρτα, πήρε το Φαραμίρ από τον οίκο του θανάτου και τον έβαλε στο φορείο που τον είχαν φέρει και που βρισκόταν τώρα στη βεράντα. Ο Ντένεθορ τον ακολούθησε και στάθηκε τρέμοντας και κοίταζε με πόθο το πρόσωπο του γιου του. Και για μια στιγμή, ενώ όλοι ήταν σιωπηλοί και ακίνητοι, παρακολουθώντας την αγωνία του Άρχοντα, ταλαντεύτηκε.

– Έλα! είπε ο Γκάνταλφ. Μας χρειάζονται. Είναι πολλά εκείνα που μπορείς να κάνεις ακόμα.

Τότε ξαφνικά ο Ντένεθορ έβαλε τα γέλια. Ορθώθηκε ψηλός και υπερήφανος ξανά και, πηγαίνοντας γρήγορα πίσω στο τραπέζι, σήκωσε το μαξιλάρι που είχε ακουμπήσει το κεφάλι του. Ύστερα, βγαίνοντας στην είσοδο, τράβηξε το σκέπασμα και, να! ανάμεσα στα χέρια του κρατούσε ένα palantír. Και όπως το σήκωσε ψηλά, φάνηκε, σ’ εκείνους που παρακολουθούσαν, πως η σφαίρα άρχισε να φέγγει με μια εσωτερική φλόγα, έτσι που το λιπόσαρκο πρόσωπο του Άρχοντα φωτίστηκε λες κι από κόκκινη φωτιά και φάνηκε σαν σμιλεμένο από σκληρή πέτρα, καθαρογραμμένο με μαύρες φωτοσκιάσεις, ευγενικό, περήφανο και τρομερό. Τα μάτια του γυάλισαν.

– Υπερηφάνεια και απελπισία! φώναξε. Νόμισες ότι τα μάτια του Λευκού Πύργου ήταν τυφλά; Όχι, έχω δει περισσότερα από ό,τι γνωρίζεις, Γκρίζε Τρελέ. Διότι η ελπίδα σου δεν είναι παρά άγνοια. Πήγαινε, λοιπόν, να κοπιάζεις με θεραπείες! Πήγαινε να πολεμήσεις! Ματαιοδοξία. Για ένα μικρό διάστημα μπορεί να θριαμβεύσεις στο πεδίο της μάχης, για μία μέρα. Αλλά εναντίον της Δυνάμεως, η οποία τώρα σηκώνεται, δεν υπάρχει νίκη. Σε αυτή την Πόλη μόνο το πρώτο δάχτυλο του χεριού του έχει ως τώρα απλωθεί. Όλη η Ανατολή βρίσκεται στο πόδι. Ακόμα και τώρα ο άνεμος της ελπίδας σου σ’ έχει προδώσει και ανεβάζει από τον Άντουιν ένα στόλο με μαύρα πανιά. Η Λύση έχει αποτύχει. Ώρα να φύγουν όλοι όσοι δε θέλουν να γίνουν σκλάβοι.

– Τέτοιες συμβουλές σίγουρα θα κάνουν βέβαιη τη νίκη του Εχθρού, είπε ο Γκάνταλφ.

– Συνέχισε να ελπίζεις, λοιπόν! γέλασε ο Ντένεθορ. Μήπως δε σε ξέρω, Μιθραντίρ; Ελπίζεις να κυβερνήσεις στη θέση μου, να βρίσκεσαι πίσω από κάθε θρόνο, σε βοριά, νότο και δύση. Έχω διαβάσει το νου σου και τις δολοπλοκίες του. Νομίζεις δεν ξέρω πως διέταξες τούτο εδώ το ανθρωπάκι να σωπάσει; Πως το έφερες για να με κατασκοπεύει μέσα στην ίδια την κάμαρά μου; Παρ’ όλ’ αυτά όμως, όταν συνομιλήσαμε έμαθα τα ονόματα και το σκοπό όλων των συντρόφων σου. Ώστε, έτσι! Με το αριστερό χέρι σου θέλεις να με χρησιμοποιήσεις για λίγο σαν ασπίδα εναντίον της Μόρντορ και με το δεξί φέρνεις αυτόν τον Περιφερόμενο Φύλακα του Βορρά να με υποκαταστήσει.