»Όμως, εγώ σου λέγω, Γκάνταλφ Μιθραντίρ, πως δε γίνομαι όργανό σου! Είμαι ο Επίτροπος του Οίκου του Ανάριον. Δε θα παραιτηθώ για να γίνω ο γεροξεκούτης θαλαμηπόλος ενός τυχοδιώκτη. Ακόμα και αν ο ισχυρισμός του αποδειχθεί αληθινός, δεν παύει να κρατά από τη γενιά του Ισίλντουρ. Εγώ δε θα σκύψω το κεφάλι σε έναν σαν κι αυτόν, τον τελευταίο απόγονο ενός ξεπεσμένου οίκου, από καιρό απογυμνωμένου από κάθε αρχοντιά και αξιοπρέπεια.
– Τι, λοιπόν, τι θα προτιμούσες, είπε ο Γκάνταλφ, αν το θέλημά σου επικρατούσε;
– Θα άφηνα τα πράγματα ακριβώς όπως ήταν όλες τις μέρες της ζωής μου, απάντησε ο Ντένεθορ, και τις μέρες των προγόνων μου πριν από μένα – ως Άρχοντας αυτής της Πόλεως ειρηνικά· και θα άφηνα το θρόνο μου σε ένα γιο ύστερα από μένα, που θα ήταν κύριος του εαυτού του κι όχι μαθητής κάποιου μάγου. Αλλά, αν η μοίρα μου το αρνηθεί αυτό, τότε δε θέλω τίποτα: ούτε ζωή υποβαθμισμένη ούτε αγάπη μοιρασμένη ούτε τιμή μειωμένη.
– Εμένα μου φαίνεται πως ένας Επίτροπος που πιστά παραδίδει αυτό που είχε αναλάβει δε χάνει ούτε την αγάπη ούτε την τιμή, είπε ο Γκάνταλφ. Και, τουλάχιστο, δε θα στερήσεις από το γιο σου να διαλέξει αυτός, όσο είναι αμφίβολο αν θα πεθάνει.
Σ’ αυτά τα λόγια, τα μάτια του Ντένεθορ φλογίστηκαν πάλι και, βάζοντας τη Σφαίρα κάτω από τη μασχάλη του, έβγαλε ένα μαχαίρι και τράβηξε κατά το φορείο. Αλλά ο Μπέρεγκοντ όρμησε και στάθηκε μπροστά από το Φαραμίρ.
– Ώστε, έτσι, λοιπόν! ξεφώνισε ο Ντένεθορ. Εσύ έχεις κιόλας κλέψει τη μισή αγάπη του γιου μου. Και τώρα μου κλέβεις και τις καρδιές των ιπποτών μου, για να μου στερήσουν τελείως το γιο μου στο τέλος. Αλλά σ’ αυτό τουλάχιστο δε θα αψηφήσεις το θέλημά μου· δηλαδή να εξουσιάσω το τέλος μου.
– Ελάτε εδώ! φώναξε στους υπηρέτες του. Ελάτε, αν δεν είσαστε όλοι αποστάτες!
Τότε δύο απ’ αυτούς ανέβηκαν τρέχοντας τη σκάλα. Γρήγορα άρπαξε μια δάδα από το χέρι ενός και έτρεξε πίσω στον οίκο. Πριν προλάβει ο Γκάνταλφ να τον εμποδίσει, έβαλε το δαυλό ανάμεσα στα ξύλα κι αυτά αμέσως τριζοβόλησαν και πήραν φωτιά.
Ύστερα ο Ντένεθορ πήδηξε πάνω στο τραπέζι και στάθηκε εκεί στεφανωμένος με φωτιά και καπνό, πήρε το σκήπτρο του αξιώματος του που βρισκόταν στα πόδια του και το έσπασε στο γόνατό του. Πέταξε τα κομμάτια στη φωτιά, υποκλίθηκε και ξάπλωσε στο τραπέζι, κρατώντας το palantír με τα δυο του χέρια πάνω στο στήθος του. Και λέγεται πως από τότε, οποιοσδήποτε κι αν κοιτούσε σ’ αυτή τη Σφαίρα, εκτός κι αν είχε πολύ ισχυρή θέληση να τη στρέψει αλλού, έβλεπε μόνο δυο γέρικα χέρια να τα τρώνε οι φλόγες.
Ο Γκάνταλφ, όλος λύπη και φρίκη, αποτράβηξε το πρόσωπο του κι έκλεισε την πόρτα. Για λίγο στάθηκε συλλογισμένος, σιωπηλός στο κατώφλι, ενώ εκείνοι που ήταν έξω άκουγαν το αδηφάγο βουητό της φωτιάς μέσα. Και τότε ο Ντένεθορ έβγαλε μια μεγάλη φωνή κι έπειτα δε μίλησε πια, ούτε τον είδαν ποτέ ξανά οι θνητοί άνθρωποι.
– Κι έτσι τελειώνει ο Ντένεθορ, ο γιος του Εκτέλιον, είπε ο Γκάνταλφ.
Ύστερα στράφηκε στον Μπέρεγκοντ και στους υπηρέτες του Άρχοντα που στέκονταν εκεί αποσβολωμένοι.
– Κι έτσι έφυγαν και οι μέρες της Γκόντορ, που ξέρατε· καλώς ή κακώς τελείωσαν. Έγινε κακό εδώ· αλλά αφήστε κατά μέρος κάθε εχθρότητα που υπάρχει ανάμεσά σας, γιατί ήταν επινόημα του Εχθρού και εξυπηρετεί τη θέλησή του. Έχετε μπερδευτεί σε ένα δίχτυ από αντιφατικά καθήκοντα που δεν υφάνατε εσείς. Αλλά σκεφθείτε, εσείς υπηρέτες του Άρχοντα, τυφλοί στην υπακοή σας, ότι αν ο Μπέρεγκοντ δε φερόταν σαν προδότης, ο Φαραμίρ, ο Καπετάνιος του Λευκού Πύργου θα καιγόταν τώρα.
»Πάρτε από αυτόν το θλιβερό τόπο τους νεκρούς συντρόφους σας. Κι εμείς θα μεταφέρουμε το Φαραμίρ, τον Επίτροπο της Γκόντορ, σε ένα μέρος όπου θα μπορέσει να κοιμηθεί ειρηνικά ή να πεθάνει, αν αυτή είναι η μοίρα του.
Ύστερα ο Γκάνταλφ και ο Μπέρεγκοντ σήκωσαν το νεκροκρέβατο και το πήραν να το πάνε στα Σπίτια της Γιατρειάς, ενώ πίσω τους βάδιζε ο Πίπιν με σκυφτό κεφάλι. Αλλά οι υπηρέτες του Άρχοντα απέμειναν να κοιτάζουν σαν χαμένοι τον οίκο των νεκρών και την ώρα που ο Γκάνταλφ έφτανε στην άκρη της Ραθ Ντίνεν, ακούστηκε ένας μεγάλος θόρυβος. Κοιτάζοντας πίσω είδαν τον τρούλο του οίκου να ραγίζει και να ξεπηδούν καπνοί· και ύστερα οι πέτρες, βουίζοντας ορμητικά, έπεσαν μέσα στη φουντωμένη φωτιά. Και οι φλόγες δίχως να χαμηλώσουν καθόλου συνέχισαν να χορεύουν και να αναβοσβήνουν μέσα στα ερείπια. Τότε κατατρομαγμένοι οι υπηρέτες το ’βαλαν στα πόδια και ακολούθησαν τον Γκάνταλφ.
Τέλος, έφτασαν στην Πύλη του Θυρωρού και ο Μπέρεγκοντ κοίταξε με λύπη το θυρωρό.