– Γι’ αυτή μου την πράξη θα λυπάμαι σε όλη μου τη ζωή, είπε· αλλά με είχε κυριέψει τρελή βιασύνη κι αυτός δεν ήθελε να μ’ ακούσει, αλλά τράβηξε το σπαθί του εναντίον μου.
Ύστερα, βγάζοντας το κλειδί που είχε με τη βία πάρει από το σκοτωμένο άντρα, έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.
– Αυτό πρέπει τώρα να δοθεί στον Άρχοντα Φαραμίρ, είπε.
-. Ο Πρίγκιπας του Ντολ Άμροθ έχει αναλάβει την εξουσία κατά την απουσία του Άρχοντα, είπε ο Γκάνταλφ· αλλά αφού δεν είναι εδώ, θα αναλάβω εγώ αυτή την ευθύνη. Σε διατάσσω, λοιπόν, να κρατήσεις το κλειδί και να το φυλάξεις, ώσπου η Πόλη να μπει ξανά σε τάξη.
Τώρα, τέλος, πέρασαν στους ψηλούς κύκλους της Πόλης και στο πρωινό φως τράβηξαν κατά τα Σπίτια της Γιατρειάς. Αυτά ήταν όμορφα κτίρια τοποθετημένα ξεχωριστά για τη φροντίδα των σοβαρά αρρώστων, αλλά τώρα τα είχαν ετοιμάσει για να φροντίσουν τους τραυματίες της μάχης και τους ετοιμοθάνατους. Δε βρίσκονταν μακριά από την πύλη της Ακρόπολης, στον έκτο κύκλο, κοντά στη νότια πλευρά του τείχους και ολόγυρά τους είχαν έναν κήπο και πρασινάδα με δέντρα, μοναδικά στην Πόλη. Εκεί έμεναν μερικές γυναίκες, που είχαν πάρει άδεια να μείνουν στη Μίνας Τίριθ, επειδή ήταν έμπειρες θεραπεύτριες ή βοηθούσαν τους γιατρούς.
Αλλά την ώρα που ο Γκάνταλφ και οι σύντροφοι του έφτασαν μεταφέροντας το νεκροκρέβατο στην κυρία είσοδο των Σπιτιών, άκουσαν ένα δυνατό ουρλιαχτό που ανέβηκε από τον κάμπο μπροστά στην Πύλη και, ανεβαίνοντας στριγκό και διαπεραστικό ως τον ουρανό, πέρασε και έσβησε στον άνεμο. Τόσο τρομερό ήταν το ουρλιαχτό, ώστε για μια στιγμή τα πάντα ακινητοποιήθηκαν κι όμως όταν πέρασε, ξαφνικά οι καρδιές τους ξαλάφρωσαν και γέμισαν με τόσες ελπίδες, όσες είχαν να νιώσουν από τότε που ήρθε το σκοτάδι από την Ανατολή. Τους φάνηκε πως το φως ξεκαθάρισε και ο ήλιος φάνηκε πίσω από τα σύννεφα.
Αλλά το πρόσωπο του Γκάνταλφ ήταν βαρύ και λυπημένο και, λέγοντας στον Μπέρεγκοντ και στον Πίπιν να μεταφέρουν το Φαραμίρ στα Σπίτια της Γιατρειάς, ανέβηκε στα τείχη εκεί δίπλα· και εκεί σαν λευκή μαρμαρωμένη μορφή στάθηκε στο φως του καινούριου ήλιου και κοίταξε πέρα. Και είδε με την όραση που του είχε δοθεί όλα όσα είχαν συμβεί· και όταν ο Έομερ βγήκε μπροστά και στάθηκε πλάι σ’ εκείνους που κείτονταν στο πεδίο της μάχης, αναστέναξε και ξανατυλίχτηκε με το μανδύα του και κατέβηκε από τα τείχη. Και ο Μπέρεγκοντ και ο Πίπιν τον βρήκαν να στέκεται βυθισμένος σε σκέψεις μπροστά στην είσοδο των Σπιτιών, όταν βγήκαν έξω.
Τον κοίταξαν και για λίγο έμεινε σιωπηλός. Τέλος μίλησε.
— Φίλοι μου, είπε, κι όλοι εσείς οι άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη και στις χώρες της Δύσεως! Έχουν συμβεί πράγματα πολύ λυπητερά και ένδοξα. Να κλάψουμε ή να χαρούμε; Εντελώς ανέλπιστα αφανίστηκε ο Καπετάνιος των εχθρών μας κι ακούσατε τον αντίλαλο της τελευταίας του απελπισίας. Αλλά δεν έφυγε χωρίς θρήνο· και πικρή απώλεια. Και αυτό θα μπορούσα ίσως να το είχα αποτρέψει, αν δεν είχε τρελαθεί ο Ντένεθορ. Τόσο μακρύ έχει γίνει το χέρι του Εχθρού μας! Αλίμονο! αλλά τώρα καταλαβαίνω πώς μπόρεσε η θέλησή του και μπήκε στην καρδιά της Πόλεως.
»Αν και οι Επίτροποι νόμιζαν πως ήταν μυστικό που το ήξεραν μόνο αυτοί, εγώ από πολύ καιρό ήξερα πως εδώ στο Λευκό Πύργο, όπως και στο Όρθανκ, ήταν φυλαγμένη τουλάχιστο μία από τις Επτά Ενορατικές Πέτρες. Στις μέρες της σοφίας του ο Ντένεθορ δεν αποτολμούσε να τη χρησιμοποιήσει ούτε να προκαλέσει το Σόρον, γιατί ήξερε ως πού έφτανε η δύναμή του. Όμως η σοφία του ήταν ανεπαρκής και, φοβάμαι, καθώς ο κίνδυνος για την επικράτεια του μεγάλωνε, κοίταξε στη Σφαίρα και απατήθηκε. Και είχε κοιτάξει πάρα πολλές φορές, υποθέτω, από τότε που έφυγε ο Μπορομίρ. Ήταν πολύ μεγάλος για να μπορέσει να τον υποτάξει στη θέλησή της η Μαύρη Δύναμη, όμως έβλεπε μόνο εκείνα τα πράγματα που τον άφηνε να δει η Δύναμη εκείνη. Η γνώση που αποκτούσε, το δίχως άλλο, συχνά θα του ήταν χρήσιμη· όμως το όραμα μιας πανίσχυρης Μόρντορ που του έδειχνε μεγάλωνε την απελπισία της καρδιάς του, ώσπου του σάλεψε το λογικό.
– Τώρα καταλαβαίνω κάτι που μου είχε φανεί παράξενο! είπε ο Πίπιν, ανατριχιάζοντας στη θύμηση καθώς μιλούσε. Ο Άρχοντας έφυγε από το δωμάτιο που είχαν το Φαραμίρ· κι όταν γύρισε ήταν που πρωτοσκέφθηκα πως ήταν αλλαγμένος, γέρος και νικημένος.
– Την ώρα ακριβώς που έφεραν το Φαραμίρ στον Πύργο πολλοί από μας είδαν ένα παράξενο φως στο πιο ψηλό δωμάτιο, είπε ο Μπέρεγκοντ. Αλλά το είχαμε ξαναδεί αυτό το φως και εδώ και πολύν καιρό κυκλοφορεί η φήμη στην Πόλη ότι ο Άρχοντας μερικές φορές αγωνιζόταν ενάντια στον Εχθρό του με τη σκέψη του.
– Αλίμονο! έχω δηλαδή μαντέψει σωστά, είπε ο Γκάνταλφ. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπήκε η θέληση του Σόρον στη Μίνας Τίριθ., Κι έτσι με καθυστέρησαν εδώ. Κι εδώ θ’ αναγκαστώ να μείνω ακόμα, γιατί γρήγορα θα έχω κι άλλους ασθενείς, όχι μόνο το Φαραμίρ.