»Τώρα πρέπει να πάω κάτω να προϋπαντήσω αυτούς που έρχονται. Γιατί είδα κάτι στο πεδίο της μάχης που με λύπησε κατάκαρδα και μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερο. Έλα μαζί μου, Πίπιν! Εσύ όμως, Μπέρεγκοντ, θα πρέπει να γυρίσεις πίσω στην Ακρόπολη και να διηγηθείς στον επικεφαλής της Φρουράς τα γεγονότα. Το καθήκον του θα είναι, φοβάμαι, να σε απομακρύνει από τη Φρουρά· πες του όμως, αν μπορώ να του δώσω κάποια συμβουλή, να σε στείλει στα Σπίτια της Γιατρειάς, να είσαι φρουρός και υπηρέτης του καπετάνιου σου, για να βρίσκεσαι στο πλευρό του όταν ξυπνήσει – αν ποτέ συμβεί αυτό πάλι. Πήγαινε τώρα! Θα επιστρέψω γρήγορα.
Και λέγοντας αυτά γύρισε και έφυγε με τον Πίπιν κατηφορίζοντας προς το κάτω μέρος της πόλης. Κι όπως προχωρούσαν βιαστικά, ο άνεμος έφερε μια γκρίζα βροχή κι όλες οι φωτιές χαμήλωσαν και σηκώθηκε μεγάλος καπνός μπροστά τους.
VIII
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΤΡΕΙΑΣ
Τα μάτια του Μέρι ήταν θολά από τα δάκρυα και την κούραση, όταν έφτασαν κοντά στην κατεστραμμένη Πύλη της Μίνας Τίριθ. Ελάχιστη σημασία έδωσε στο χαλασμό και στη σφαγή ολόγυρα. Φωτιά, καπνός και φοβερή αποφορά γέμιζαν την ατμόσφαιρα. Γιατί είχαν καεί πολλές εκπολιορκητικές μηχανές ή τις είχαν ρίξει στους λάκκους με τις φωτιές, καθώς και πολλούς σκοτωμένους· ενώ εδώ κι εκεί κείτονταν πολλά κουφάρια των μεγάλων θηρίων των Νοτίων, μισοκαμένα ή ακινητοποιημένα από την εκσφενδόνιση βράχων ή τρυπημένα στα μάτια από τους γενναίους τοξότες του Μόρθοντ. Η μπόρα είχε σταματήσει για λίγο κι ο ήλιος έλαμπε ψηλά· αλλά όλη η κάτω πόλη εξακολουθούσε να είναι τυλιγμένη σε μισοσβησμένες αναθυμιάσεις.
Είχε κιόλας άντρες που αγωνίζονταν να ανοίξουν δρόμο μέσα από τα συντρίμμια της μάχης· και τώρα βγήκαν από την Πύλη μερικοί κρατώντας φορεία. Με προσοχή ακούμπησαν την Έογουιν σε μαλακά μαξιλάρια· το σώμα όμως του βασιλιά το σκέπασαν με ένα μεγάλο χρυσαφένιο ύφασμα και κρατούσαν δάδες ολόγυρά του, που τις φλόγες τους, χλωμές στο φως του ήλιου, τις κυμάτιζε ο αέρας.
Έτσι μπήκαν στην Πόλη της Γκόντορ ο Θέοντεν και η Έογουιν και όλοι όσοι τους είδαν ξεσκέπασαν τα κεφάλια τους κι έσκυψαν και πέρασαν από τους καπνούς και τις στάχτες του καμένου κύκλου και συνέχιζαν ν’ ανεβαίνουν στους πέτρινους δρόμους. Στο Μέρι η ανάβαση έμοιαζε ατέλεωτη, ένα ταξίδι χωρίς σημασία σε κάποιο μισητό όνειρο, που ολοένα προχωρούσε για να φτάσει σε κάποιο ακαθόριστο τέλος που η μνήμη δε φτάνει.
Σιγά σιγά τα φώτα από τις δάδες μπροστά του τρεμόπαιξαν κι έσβησαν κι αυτός προχωρούσε στο σκοτάδι· και σκέφτηκε: «Αυτό είναι ένα τούνελ που βγάζει σε κάποιον τάφο· εκεί θα μείνω για πάντα». Ξαφνικά όμως στ’ όνειρό του ακούστηκε μια ζωντανή φωνή.
– Λοιπόν, Μέρι! Δόξα σοι ο Θεός, που σε βρήκα!
Σήκωσε το κεφάλι του και η θολούρα στα μάτια του ξεκαθάρισε λιγάκι. Να ο Πίπιν! Βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο σ’ ένα στενό δρομάκι, άδειο, μόνοι τους. Έτριψε τα μάτια του.
– Πού είναι ο βασιλιάς; είπε. Και η Έογουιν;
Ύστερα σκόνταψε και κάθισε σ’ ένα πλατύσκαλο κι άρχισε να κλαίει ξανά.
– Ανέβηκαν στην Ακρόπολη, είπε ο Πίπιν. Νομίζω πως αποκοιμήθηκες όρθιος και πήρες λάθος δρόμο. Όταν ανακαλύψαμε πως δεν ήσουν μαζί τους, μ’ έστειλε ο Γκάνταλφ να σε γυρέψω. Καημένε μου Μέρι! Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! Αλλά είσαι κατάκοπος και γι’ αυτό δε θα σε κουράσω με κουβέντες. Πες μου όμως μήπως είσαι χτυπημένος ή πληγωμένος;
– Όχι, είπε ο Μέρι. Δηλαδή, όχι, δε νομίζω. Αλλά, Πίπιν, δεν μπορώ να κουνήσω το δεξί μου χέρι, από τότε που τον μαχαίρωσα. Και το σπαθί μου κάηκε, λες κι ήταν ένα κομμάτι ξύλο.
Το πρόσωπο του Πίπιν ήταν ανήσυχο.
– Λοιπόν, καλά θα κάνεις να έρθεις μαζί μου όσο πιο γρήγορα μπορείς, είπε. Μακάρι να μπορούσα να σε κουβαλήσω. Δεν είσαι σε κατάσταση να προχωρήσεις άλλο. Δεν έπρεπε να σ’ αφήσουν να περπατήσεις καθόλου· αλλά πρέπει να τους συγχωρέσεις. Έχουν γίνει τόσα τρομερά πράγματα στην Πόλη, Μέρι, που εύκολα μπορεί να παραβλέψουν ένα φτωχό χόμπιτ που γυρίζει από τη μάχη.
– Δεν είναι πάντα ατυχία να σε παραβλέπουν, είπε ο Μέρι. Εμένα μόλις τώρα δε με πρόσεξε ο... όχι, όχι, δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό. Βοήθησέ με, Πίπιν! Όλα σκοτεινιάζουν πάλι και το χέρι μου είναι τόσο παγωμένο!
– Στηρίξου σ’ εμένα, μικρέ μου Μέρι! είπε ο Πίπιν. Έλα τώρα! Το ένα πόδι ύστερα από τ’ άλλο! Δεν είναι μακριά.
– Πας να με θάψεις; είπε ο Μέρι.
– Όχι, βέβαια! είπε ο Πίπιν, προσπαθώντας να μιλάει εύθυμα, αν κι η καρδιά του έλιωνε από φόβο και λύπηση. Όχι, πάμε στα Σπίτια της Γιατρειάς!
Έστριψαν και βγήκαν από το δρομάκι που περνούσε ανάμεσα από ψηλά σπίτια και το εξωτερικό τείχος του τέταρτου κύκλου και ξαναβγήκαν στον κεντρικό δρόμο που ανηφόριζε ως την Ακρόπολη. Προχωρούσαν βήμα βήμα, ενώ ο Μέρι ταλαντευόταν και μουρμούριζε σαν να κοιμόταν.