«Ποτέ μου δε θα τον πάω εκεί, σκέφτηκε ο Πίπιν. Δεν υπάρχει κανείς να με βοηθήσει; Δεν μπορώ να τον αφήσω εδώ.»
Εκείνη τη στιγμή έκπληκτος είδε να πλησιάζει ένα αγόρι τρέχοντας από πίσω και καθώς προσπέρασε, αναγνώρισε τον Μπέργκιλ, το γιο του Μπέρεγκοντ.
– Γεια σου, Μπέργκιλ! φώναξε. Πού πας; Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω ζωντανό!
– Κάνω θελήματα για τους Θεραπευτές, είπε ο Μπέργκιλ. Δεν μπορώ να μείνω.
– Όχι! είπε ο Πίπιν. Αλλά πες τους εκεί πάνω πως έχω έναν άρρωστο χόμπιτ, έναν perian, κατάλαβες, που έχει έρθει από τη μάχη. Δε νομίζω πως θα μπορέσει να περπατήσει ως εκεί. Αν ο Μιθραντίρ είναι εκεί, θα χαρεί για το μήνυμα.
Ο Μπέργκιλ συνέχισε να τρέχει.
«Καλύτερα να περιμένω εδώ», σκέφτηκε ο Πίπιν.
Άφησε, λοιπόν, το Μέρι μαλακά να καθίσει στο πεζοδρόμιο σ’ ένα μέρος που είχε ήλιο και ύστερα κάθισε πλάι του, ακουμπώντας το κεφάλι του Μέρι στα πόδια του. Έψαξε απαλά το σώμα και τα μέλη του και πήρε τα χέρια του φίλου του στα δικά του. Το δεξί του χέρι ήταν παγωμένο, όταν το άγγιζε.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο ίδιος ο Γκάνταλφ ήρθε, γυρεύοντάς τους. Έσκυψε πάνω από το Μέρι και του χάιδεψε το μέτωπο· ύστερα τον σήκωσε με προσοχή.
– Έπρεπε να τον είχαν φέρει με τιμές στην πόλη, είπε. Έχει ξεπληρώσει και με το παραπάνω την εμπιστοσύνη μου· γιατί αν ο Έλροντ δεν είχε υποχωρήσει στη γνώμη μου, ούτε αυτός ούτε εσύ δε θα είχατε ξεκινήσει· και τότε τα κακά αυτής της μέρας θα ήταν πολύ χειρότερα.
Αναστέναξε.
– Όμως να κι άλλος ένας άρρωστος στα χέρια μου, ενώ όλη αυτή την ώρα η μάχη είναι αμφίρροπη.
Έτσι, τέλος, έβαλαν το Φαραμίρ, την Έογουιν και το Μέριαντοκ σε κρεβάτια στα Σπίτια της Γιατρειάς’ κι εκεί τους φρόντιζαν καλά. Γιατί μόλο που οι γνώσεις αυτών των ύστερων καιρών είχαν χάσει την παλιά τους πληρότητα, οι γιατροί της Γκόντορ ήταν ακόμη σοφοί κι επιδέξιοι να θεραπεύουν πληγές και πόνους κι όλες τις αρρώστιες που πάθαιναν οι θνητοί άνθρωποι ανατολικά της Θάλασσας. Εκτός από τα γηρατειά. Γι’ αυτά δεν είχαν βρει καμιά θεραπεία· και μάλιστα το μήκος της ζωής τους είχε μικρύνει και ήταν τώρα μόνο λίγο περισσότερο από το μήκος της ζωής των άλλων ανθρώπων κι εκείνοι από αυτούς που περνούσαν τα εκατό με ευρωστία είχαν λιγοστέψει, εκτός από μερικούς από οικογένειες πιο καθαρόαιμες. Τώρα όμως η τέχνη και η γνώση τους βρίσκονταν σε αδιέξοδο· γιατί ήταν πολλοί άρρωστοι από μια αρρώστια που δε θεραπευόταν και την ονόμασαν Μαύρη Σκιά, γιατί προερχόταν από τους Νάζγκουλ. Κι αυτοί που αρρώσταιναν έπεφταν αργά αργά όλο και πιο βαθιά σε κάποιο όνειρο και ύστερα έπεφταν σε σιωπή κι ένα νεκρικό πάγωμα κι έτσι πέθαιναν. Και φαινόταν σ’ εκείνους που φρόντιζαν τους αρρώστους πως στο Ανθρωπάκι και στην Αρχόντισσα του Ρόαν αυτή η αρρώστια ήταν πολύ βαριά. Πότε πότε ακόμα καθώς το πρωινό προχωρούσε παραμιλούσαν και μουρμούριζαν στα όνειρά τους· και όσοι τους παρακολουθούσαν, άκουγαν όλα όσα έλεγαν, ελπίζοντας μήπως μάθουν κάτι που θα τους βοηθούσε να καταλάβουν τους πόνους τους. Γρήγορα όμως άρχισαν να βυθίζονται στο σκοτάδι και καθώς ο ήλιος γύρισε κατά τη δύση μια γκρίζα σκιά απλώθηκε στα πρόσωπά τους. Ο Φαραμίρ όμως ψηνόταν στον πυρετό που δεν έλεγε να πέσει.
Ο Γκάνταλφ πήγαινε από τον ένα στον άλλο όλος φροντίδα και καθόταν κι άκουγε όλα όσα είχαν ακούσει αυτοί που κάθονταν στο πλευρό τους. Κι έτσι η μέρα πέρασε, ενώ η μεγάλη μάχη έξω εξακολουθούσε με εναλλασσόμενες ελπίδες και παράξενα νέα· κι ο Γκάνταλφ περίμενε ακόμα και παρακολουθούσε και δεν έβγαινε έξω, ώσπου στο τέλος το κόκκινο ηλιοβασίλεμα απλώθηκε στον ουρανό και το φως από τα παράθυρα έπεσε στα γκρίζα πρόσωπα των αρρώστων. Τότε φάνηκε, σε όσους στέκονταν εκεί δίπλα, ότι στο φως τα πρόσωπα κοκκίνισαν ελαφρά, λες και ξαναγύριζε η υγεία, ήταν όμως ψεύτικη ελπίδα.
Τότε μια γριά νοικοκυρά, η Γιόρεθ, η πιο ηλικιωμένη από τις γυναίκες που υπηρετούσαν σ’ εκείνο το σπίτι, κοίταξε το όμορφο πρόσωπο του Φαραμίρ και δάκρυσε, γιατί όλοι τον αγαπούσαν. Και είπε:
– Αλίμονο! αν πεθάνει. Μακάρι να είχαμε βασιλιάδες στην Γκόντορ, όπως είχαμε, λέει, πολύ παλιά! Γιατί λέει ένα παλιό γνωμικό: Του βασιλιά τα χέρια είναι θεραπευτή χέρια. Κι έτσι μπορούσαν πάντα ν’ αναγνωρίζουν τον πραγματικό βασιλιά.
Και ο Γκάνταλφ, που στεκόταν δίπλα, είπε:
– Είθε οι άνθρωποι να θυμούνται για πολύν καιρό τα λόγια σου, Γιόρεθ! Γιατί φέρνουν την ελπίδα. Μπορεί κάποιος βασιλιάς να ’χει στ’ αλήθεια γυρίσει στην Γκόντορ· ή δεν έχεις ακούσει τα παράξενα νέα που έχουν έρθει στην Πόλη;