Και ο άνθρωπος με το μανδύα μίλησε και είπε:
– Έχει έρθει.
Και είδαν, καθώς πλησίασε στο φως του φαναριού της πόρτας, πως ήταν ο Άραγκορν, τυλιγμένος με τον γκρίζο μανδύα του Λόριεν πάνω απ’ την πολεμική του εξάρτυση και δίχως άλλο στολίδι εκτός από το πράσινο πετράδι της Γκαλάντριελ.
– Ήρθα γιατί ο Γκάνταλφ με παρακαλεί να το κάνω, είπε. Αλλά, προς το παρόν, δεν είμαι παρά ο Καπετάνιος των Ντούνεντεν της Άρνορ· και ο Άρχοντας του Ντολ Άμροθ θα κυβερνά την Πόλη, ώσπου να ξυπνήσει ο Φαραμίρ. Αλλά η συμβουλή μου είναι να μας καθοδηγεί όλους τις μέρες που ακολουθούν και στις δοσοληψίες μας με τον Εχθρό.
Και συμφώνησαν σ’ αυτό. Τότε ο Γκάνταλφ είπε:
– Ας μη στεκόμαστε στην πόρτα, γιατί η ώρα περνά. Ας μπούμε μέσα! Γιατί μονάχα στον ερχομό του Άραγκορν απομένει κάποια ελπίδα για τους αρρώστους που βρίσκονται στο Σπίτι. Αυτά είπε η Γιόρεθ, η σοφή γυναίκα της Γκόντορ: Τον βασιλιά τα χέρια είναι θεραπευτή χέρια κι έτσι θ’ αναγνωρίσουν τον πραγματικό βασιλιά.
Τότε ο Άραγκορν μπήκε πρώτος και οι άλλοι ακολούθησαν. Κι εκεί στην πόρτα βρίσκονταν δύο φρουροί με τη στολή της Ακρόπολης: ο ένας ψηλός, αλλά ο άλλος μόλις που είχε το ύψος αγοριού· κι όταν τους είδε, φώναξε όλος χαρά κι έκπληξη:
– Γοργοπόδαρε! Τι καλά! Ξέρεις, το μάντεψα πως ήσουν εσύ στα μαύρα καράβια. Όλοι όμως φώναζαν κουρσάροι και δε με άκουγαν. Πώς τα κατάφερες;
Ο Άραγκορν γέλασε κι έπιασε το χόμπιτ από το χέρι.
– Χαίρομαι που ανταμώνουμε, είπε. Όμως, δεν έφτασε ακόμα η ώρα για ταξιδιωτικές εντυπώσεις.
Ο Ιμραχίλ όμως είπε στον Έομερ:
– Με αυτόν τον τρόπο προσφωνούμε τους βασιλείς μας; Μπορεί όμως να φορέσει την κορόνα του με κάποιο άλλο όνομα.
Και ο Άραγκορν, ακούγοντάς τον, γύρισε και είπε:
– Πολύ σωστά, γιατί στην αρχαία επίσημη γλώσσα είμαι ο Elessar, ο Λιθούχος και ο Envinyatar, ο Ανακαινιστής – και σήκωσε ψηλά το πράσινο πετράδι που κρεμόταν στο στήθος του. Όμως Γοργοπόδαρος θα είναι το όνομα του οίκου μου, αν ποτέ υπάρξει. Και στην αρχαία γλώσσα δε θα ακούγεται τόσο άσχημα· ο Telcontar θα είμαι εγώ και όλοι μου οι απόγονοι.
Και μ’ αυτά τα λόγια μπήκαν στο Σπίτι· και πηγαίνοντας για τα δωμάτια όπου φρόντιζαν τους αρρώστους ο Γκάνταλφ διηγήθηκε τα κατορθώματα της Έογουιν και του Μέριαντοκ.
– Γιατί, είπε, στάθηκα πολλές ώρες στο πλευρό τους, και στην αρχή παραμιλούσαν πολύ μέσα στα όνειρά τους, πριν βυθιστούν στο θανατερό σκοτάδι. Κι επιπλέον μου έχει δοθεί το χάρισμα να βλέπω πολλά πράγματα που συμβαίνουν μακριά.
Ο Άραγκορν πήγε πρώτα στο Φαραμίρ, ύστερα στην Αρχόντισσα Έογουιν και τέλος στο Μέρι. Αφού κοίταξε τα πρόσωπα των αρρώστων και είδε τα τραύματά τους αναστέναξε.
– Εδώ πρέπει να βάλω όλη τη δύναμη και τη δεξιοσύνη που μου έχει δοθεί, είπε. Μακάρι να ήταν ο Έλροντ εδώ, γιατί είναι ο αρχαιότερος της γενιάς μας κι έχει την περισσότερη δύναμη.
Και ο Έομερ, βλέποντας πως ήταν περίλυπος και πολύ κουρασμένος, είπε:
– Μήπως θα πρέπει πρώτα να ξεκουραστείς και να φας τουλάχιστον κάτι;
Ο Άραγκορν όμως απάντησε:
– Όχι, γιατί γι’ αυτούς τους τρεις, και ιδιαίτερα για το Φαραμίρ, δε μένει πολλή ώρα. Χρειάζεται να κάνουμε όσο το δυνατό γρηγορότερα.
Ύστερα φώναξε τη Γιόρεθ και είπε:
– Έχετε φυλαγμένα σ’ αυτό το Σπίτι θεραπευτικά βότανα;
– Μάλιστα, άρχοντα, απάντησε· όχι όμως αρκετά, νομίζω, για όλους όσους θα τα χρειαστούν. Σίγουρα όμως δεν ξέρω πού θα βρούμε περισσότερα· γιατί τίποτα δεν είναι σωστό τούτες εδώ τις φοβερές μέρες, πότε με τις φωτιές και πότε με τις πυρκαγιές και με τόσους λίγους μικρούς για τα θελήματα και τους δρόμους κλειστούς. Να φανταστείς πως ούτε εγώ δεν ξέρω πόσες μέρες έχουν περάσει από τότε που είδαμε έμπορο από το Λόσαρναχ στην αγορά! Κάνουμε όμως ό,τι μπορούμε σ’ αυτό το Σπίτι με αυτά που έχουμε και είμαι σίγουρη πως το ξέρει η αρχοντιά σου.
– Αυτό θα το κρίνω όταν δω, είπε ο Άραγκορν. Μας λείπει και κάτι άλλο ακόμα όμως, ώρα για κουβέντες. Έχετε athelas;
– Δεν το ξέρω, σίγουρα, άρχοντα – απάντησε -, τουλάχιστον όχι μ’ αυτό το όνομα. Θα πάω να ρωτήσω τον υπεύθυνο για τα βότανα· αυτός ξέρει όλες τις αρχαίες ονομασίες.
– Το λένε και βασιλόχορτο, είπε ο Άραγκορν, και μπορεί να το ξέρεις μ’ αυτό το όνομα, γιατί έτσι το λένε στα χωριά ο κόσμος τούτες τις μέρες.
– Α, αυτό! είπε η Γιόρεθ. Λοιπόν, αν η αρχοντιά σου μου το ’χε πει έτσι απ’ την αρχή, θα σου το ’λεγα. Όχι, δεν έχουμε καθόλου, είμαι σίγουρη. Αλλά ποτέ μου δεν άκουσα πως έχει καμιά σπουδαία ιδιότητα· και μάλιστα έλεγα συχνά στις αδερφές μου, όταν το βρίσκαμε στο δάσος: «Βασιλόχορτο», έλεγα, «παράξενο όνομα, γιατί άραγε να το λένε έτσι; Γιατί, αν ήμουν εγώ βασιλιάς, θα είχα πιο όμορφα φυτά στον κήπο μου». Πάντως μυρίζει ωραία, όταν το τρίψεις με τα δάχτυλά σου, έτσι δεν είναι; Κι αν «ωραία» είναι η σωστή λέξη, «υγιεινά» μπορεί να είναι καλύτερη.