– Πολύ σωστά: υγιεινά, είπε ο Άραγκορν. Και τώρα, κυρία, αν αγαπάς τον Άρχοντα Φαραμίρ, τρέξε γρήγορα σαν τη γλώσσα σου και βρες μου βασιλόχορτο, αν υπάρχει έστω κι ένα φύλλο στην Πόλη.
– Και αν δεν υπάρχει, είπε ο Γκάνταλφ, θα πάω στο Λόσαρναχ με τη Γιόρεθ πισωκάπουλα και θα με πάει στο δάσος, όχι όμως και στις αδερφές της. Και ο Ίσκιος θα της δείξει τι θα πει γρήγορα.
Όταν έφυγε η Γιόρεθ, ο Άραγκορν είπε στις άλλες γυναίκες να ζεστάνουν νερό. Ύστερα πήρε το χέρι του Φαραμίρ στο δικό του κι έβαλε το άλλο του χέρι στο μέτωπο του αρρώστου. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα· ο Φαραμίρ όμως δεν κινήθηκε ούτε έδωσε κανένα σημείο ζωής και φαινόταν μόλις που ανάσαινε.
– Οι δυνάμεις του τον έχουν σχεδόν εγκαταλείψει, είπε ο Άραγκορν, γυρίζοντας στον Γκάνταλφ. Όμως, η κατάστασή του δεν οφείλεται στο τραύμα. Κοίτα! αυτό επουλώνεται. Αν τον είχε χτυπήσει κάποιο βέλος των Νάζγκουλ, όπως νόμισες, θα είχε πεθάνει εκείνη τη νύχτα. Αυτό το τραύμα προέρχεται από κάποιο βέλος των Νοτίων, θα ’λεγα. Ποιος το έβγαλε; Μήπως το φύλαξαν;
– Εγώ το έβγαλα, είπε ο Ιμραχίλ, και σταμάτησα την αιμορραγία της πληγής. Όμως δε φύλαξα το βέλος, γιατί είχαμε πολλά να κάνουμε. Ήταν, όπως θυμάμαι, σαν όλα τα βέλη που χρησιμοποιούν οι Νότιοι. Όμως πίστευα ότι προερχόταν από τους Ίσκιους ψηλά, γιατί αλλιώς ο πυρετός και η αρρώστια ήταν ανεξήγητα· αφού η πληγή δεν ήταν ούτε βαθιά ούτε καίρια. Εσύ πώς το εξηγείς;
– Υπερκόπωση, βαθιά λύπη για τη στάση του πατέρα του, το τραύμα και, πάνω απ’ όλα, η Μαύρη Αναπνοή, είπε ο Άραγκορν. Είναι άντρας με ισχυρή θέληση, γιατί είχε ήδη αντιμετωπίσει από κοντά τη Σκιά πριν καν να πάει να πολεμήσει στα εξωτερικά τείχη. Το σκοτάδι θα πρέπει να τον κυρίεψε σιγά σιγά, ενώ ακόμα αγωνιζόταν και πολεμούσε να κρατήσει τις προχωρημένες θέσεις του. Μακάρι να είχα έρθει εδώ νωρίτερα!
Πάνω στην ώρα μπήκε και ο υπεύθυνος για τα βότανα.
– Η ευγένειά σου ζήτησε βασιλόχορτο, όπως το λένε οι επαρχιώτες, είπε· ή athelas στην καθαρεύουσα, ή για εκείνους που κάπως ξέρουν τη γλώσσα του Βάλινορ...
– Ξέρω, είπε ο Άραγκορν, και δε με απασχολεί αν λες τώρα asëa aranion ή βασιλόχορτο, αρκεί να έχεις λίγο.
– Συγγνώμη, άρχοντα! είπε ο άνθρωπος. Βλέπω πως είσαι διαβασμένος κι όχι μονάχα πολέμαρχος. Όμως, αλίμονο! κύριε, δεν το έχουμε αυτό το πράγμα στα Σπίτια της Γιατρειάς, όπου φροντίζουμε μόνο τους σοβαρά τραυματισμένους και αρρώστους. Γιατί δεν έχει καμιά γνωστή θεραπευτική ιδιότητα, εκτός ίσως από το να ευωδιάζει τη βρόμικη ατμόσφαιρα ή να διώχνει κάποια περαστική κακοδιαθεσία, Εκτός, βέβαια, κι αν δίνεις σημασία στα αρχαία στιχάκια, που γυναίκες σαν την καλή μας Γιόρεθ εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν δίχως να καταλαβαίνουν.
Δεν είναι παρά ένα ποιηματάκι, πολύ φοβάμαι, παραμορφωμένο, απ’ αυτά που θυμούνται οι γυναικούλες. Τη σημασία του την αφήνω στην κρίση σας, αν έχει καμία. Αλλά οι γεροντότεροι το χρησιμοποιούν για πονοκεφάλους.
– Τότε, στο όνομα του Βασιλιά, πήγαινε να βρεις κάποιο γέρο με λιγότερη γνώση και περισσότερη σοφία που να έχει λίγο σπίτι του! φώναξε ο Γκάνταλφ.
Τώρα ο Άραγκορν γονάτισε πλάι στο Φαραμίρ κι έβαλε το χέρι του στο μέτωπό του. Κι όσοι παρακολουθούσαν ένιωσαν πως κάποιος μεγάλος αγώνας γινόταν. Γιατί η όψη του Άραγκορν έγινε σταχτιά από την κούραση· και πότε πότε φώναζε το όνομα του Φαραμίρ, κάθε φορά όμως έφτανε πιο ξέπνοο στ’ αυτιά τους, λες κι ο ίδιος ο Άραγκορν να είχε φύγει από κοντά τους και να βάδιζε σε κάποια σκοτεινή κοιλάδα, φωνάζοντας κάποιον που είχε χαθεί.
Και, επιτέλους, ο Μπέργκιλ ήρθε τρέχοντας κι έφερε έξι φύλλα σ’ ένα πανί.
– Είναι βασιλόχορτο, κύριε, είπε· όμως φοβάμαι πως δεν είναι φρέσκο. Θα πρέπει να το μάζεψαν τουλάχιστον πριν δύο εβδομάδες. Ελπίζω να κάνει, κύριε;
Ύστερα, κοιτάζοντας το Φαραμίρ, ξέσπασε σε κλάματα. Ο Άραγκορν όμως χαμογέλασε.
– Κάνει, είπε. Το χειρότερο πέρασε τώρα. Μείνε να παρηγορηθείς! Ύστερα, παίρνοντας δυο φύλλα, τα έβαλε στα χέρια του κι ανάσανε πάνω τους και ύστερα τα έτριψε και αμέσως μια ζωντανή φρεσκάδα πλημμύρισε το δωμάτιο, λες κι ο ίδιος ο αέρας να ξύπνησε και να τρεμούλιασε, αστράφτοντας από χαρά. Και ύστερα έριξε τα φύλλα στις λεκάνες με το αχνιστό νερό που του είχαν φέρει κι αμέσως οι καρδιές όλων ξαλάφρωσαν. Γιατί η ευωδιά που έφτασε στον καθένα έμοιαζε ανάμνηση δροσάτων πρωινών μ’ ασυννέφιαστο ήλιο σε κάποιον τόπο που ο όμορφος κόσμος την Άνοιξη δεν είναι παρά μια φευγαλέα ανάμνηση. Αλλά ο Άραγκορν σηκώθηκε αναζωογονημένος και τα μάτια του χαμογελούσαν καθώς κράτησε μια λεκάνη μπροστά στο πρόσωπο του Φαραμίρ που ονειρευόταν.