– Ε, λοιπόν, ποιος θα το πίστευε; είπε η Γιόρεθ σε μια γυναίκα που στεκόταν δίπλα της. Αυτό το βότανο είναι καλύτερο απ’ ό,τι νόμιζα. Μου θυμίζει τα τριαντάφυλλα του Ίμλοθ Μέλουι, όταν ήμουν κοριτσόπουλο, και κανένας βασιλιάς δεν μπορεί να ζητήσει καλύτερο.
Ξαφνικά ο Φαραμίρ αναδεύτηκε και άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον Άραγκορν, που έσκυβε πάνω του· κι ένα φως αναγνώρισης και αγάπης άναψε στα μάτια του και μίλησε σιγανά;
– Άρχοντα μου, με φώναξες. Έρχομαι. Τι διατάζει ο βασιλιάς;
– Μην περπατάς πια ανάμεσα στις σκιές, αλλά ξύπνα! είπε ο Άραγκορν. Είσαι κουρασμένος. Αναπαύσου για λίγο και πάρε τροφή και να είσαι έτοιμος όταν γυρίσω.
– Θα είμαι, άρχοντα, είπε ο Φαραμίρ. Γιατί ποιος κάθεται αργός όταν έχει γυρίσει ο βασιλιάς;
– Σε αποχαιρετώ, λοιπόν, για λίγο! είπε ο Άραγκορν. Πρέπει να πάω σε άλλους που με χρειάζονται.
Και έφυγε από το θάλαμο μαζί με τον Γκάνταλφ και τον Ιμραχίλ· αλλά ο Μπέρεγκοντ κι ο γιος του έμειναν, μην μπορώντας να συγκρατήσουν τη χαρά τους. Καθώς ακολούθησε τον Γκάνταλφ και έκλεισε την πόρτα ο Πίπιν άκουσε τη Γιόρεθ να λέει με θαυμασμό:
– Βασιλιάς! Το ακούσατε; Τι είπα; Τα χέρια θεραπευτή, είπα.
Και γρήγορα βγήκε η φήμη από το Σπίτι πως ο βασιλιάς είχε πραγματικά έρθει ανάμεσά τους και ύστερα από τον πόλεμο έφερνε γιατρειά· και τα νέα κυκλοφόρησαν στην Πόλη.
Ο Άραγκορν όμως πήγε στην Έογουιν και είπε:
– Εδώ έχουμε σοβαρό πόνο και βαρύ χτύπημα. Το χέρι που έσπασε το έχουν φροντίσει με την ανάλογη δεξιοσύνη και θα γίνει καλά με τον καιρό, αν έχει τη δύναμη να ζήσει. Το χέρι της ασπίδας είναι το σακατεμένο· αλλά το κυρίως κακό προέρχεται από το χέρι του σπαθιού. Σε αυτό τώρα φαίνεται πως δεν υπάρχει ζωή, μόλο που δεν είναι σπασμένο.
»Αλίμονο! Γιατί βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν εχθρό πολύ πιο ισχυρό από τη σωματική και ψυχική της αντοχή. Κι όσοι θελήσουν να σηκώσουν όπλο εναντίον τέτοιου εχθρού πρέπει να είναι σκληρότεροι από ατσάλι, για να μη συντριβούν από το ίδιο το χτύπημα. Κακή μοίρα την έβαλε στο δρόμο του. Γιατί είναι όμορφη κοπέλα, η πιο όμορφη κυρά μιας γενιάς που βγάζει βασίλισσες. Κι όμως, δεν ξέρω πώς να μιλήσω γι’ αυτή. Όταν την είδα για πρώτη φορά και κατάλαβα τη δυστυχία της, είχα την εντύπωση ότι είδα ένα άσπρο λουλούδι να στέκεται ολόρθο και περήφανο, όμορφο σαν κρίνος, κι όμως ήξερα πως ήταν σκληρό, λες και ήταν δουλεμένο σε ατσάλι από ξωτικοσιδεράδες. Ή ήταν, ίσως, μια παγωνιά που είχε κάνει πάγο τους χυμούς του κι έτσι στεκόταν, πικρόγλυκο, όμορφο ακόμα στην όψη, αλλά χτυπημένο, έτοιμο να πέσει και να πεθάνει; Η αρρώστια της αρχίζει πολύ πιο παλιά από τούτη τη μέρα, έτσι δεν είναι, Έομερ;
– Απορώ που με ρωτάς, άρχοντα, απάντησε. Γιατί εγώ σε Θεωρώ άψογο και σ’ αυτή την υπόθεση και σε όλα τα άλλα· όμως, δεν ήξερα πως η Έογουιν, η αδελφή μου, ήταν χτυπημένη από παγωνιά, ως τότε που σε είδε για πρώτη φορά. Έννοιες και φόβους είχε και τους μοιραζόταν μαζί μου, τον καιρό του Φιδόγλωσσου που είχε μαγέψει το βασιλιά· κι εκείνη φρόντιζε το Βασιλιά με φόβο που ολοένα μεγάλωνε. Αλλά δεν μπορεί εκείνη η κατάσταση να την έφερε εδώ!
– Φίλε μου, είπε ο Γκάνταλφ, εσύ είχες άλογα κι έργα πολεμικά και τους ελεύθερους κάμπους· αυτή όμως, γεννημένη σε γυναικείο κορμί, είχε καρδιά και θάρρος τουλάχιστο σαν το δικό σου. Όμως, ήταν αναγκασμένη να υπηρετεί ένα γέροντα, που τον αγαπούσε σαν πατέρα, και να τον βλέπει να καταντάει σε μικρόψυχα κι άτιμα γηρατειά· και ο ρόλος της τής φαινόταν πιο ποταπός κι από το ρόλο του μπαστουνιού που στηριζόταν ο βασιλιάς.
»Νομίζεις πως ο Φιδόγλωσσος έχυνε δηλητήριο στ’ αυτιά του Θέοντεν μονάχα; Γερο-ξεκούτη! Τι είναι ο οίκος τον Έορλ παρά ένας αχυροσκεπασμένος στάβλος που ληστές μπεκροπίνουν στη βρόμα και τα παλιόπαιδά τους κυλιούνται στο πάτωμα μαζί με τα σκυλιά τους; Δεν τα έχεις ξανακούσει αυτά τα λόγια; Τα είπε ο Σάρουμαν, ο δάσκαλος του Φιδόγλωσσου. Αν και δεν αμφιβάλλω πως ο Φιδόγλωσσος στο παλάτι κάλυψε τη σημασία τους με λόγια πιο ύπουλα. Άρχοντά μου, αν η αγάπη που είχε η αδελφή σου για σένα και η θέλησή της που εξακολουθούσε να σκύβει στο καθήκον της, δεν κρατούσαν το στόμα της κλειστό, μπορεί να είχες ακούσει ακόμα και τέτοια λόγια σαν κι αυτά που της ξεφεύγουν. Αλλά ποιος ξέρει τι να έλεγε στο σκοτάδι, μονάχη, στην πίκρα της ξάγρυπνης νύχτας, όταν ολόκληρή της η ζωή έμοιαζε να μαζεύει και οι τοίχοι της κάμαράς της να την πλακώνουν, να γίνονται κλουβί για να κλείσουν μέσα ένα ελεύθερο πουλί;