Τότε ο Έομερ έμεινε σιωπηλός και κοίταξε την αδελφή του, λες και αναλογιζόταν απ’ την αρχή όλες τις μέρες της προηγούμενης ζωής τους που είχαν περάσει μαζί.
Ο Αραγκορν όμως είπε:
– Είδα κι εγώ αυτά που είδες κι εσύ, Έομερ. Ελάχιστες θλίψεις, ανάμεσα στις κακοτυχίες του κόσμου, κλείνουν περισσότερη πίκρα και ντροπή για την καρδιά ενός άντρα από το να βλέπει την αγάπη μιας κυράς τόσο όμορφης και γενναίας και να μην μπορεί ν’ ανταποκριθεί. Θλίψη και λύπηση με ακολουθούν από τότε που την άφησα στο Ντάνχάροου και πήρα τα Μονοπάτια των Νεκρών και κανένας φόβος σε όλον το δρόμο μου δεν ήταν τόσο πολύ μαζί μου, όσο ο φόβος τού τι θα μπορούσε να της συμβεί. Και όμως, Έομερ, εγώ σου λέω πως αυτή σε αγαπάει πιο αληθινά απ’ ό,τι εμένα· γιατί εσένα σε ξέρει και σ’ αγαπάει· ενώ σ’ εμένα αγαπάει μόνο μια σκιά και μια σκέψη: μια ελπίδα δόξας και ηρωικών πράξεων και τόπων μακριά από τους κάμπους του Ρόαν.
»Έχω, ίσως, τη δύναμη να γιατρέψω το σώμα της και να τη φέρω πίσω από τη σκοτεινή κοιλάδα. Αλλά, τι την περιμένει σαν ξυπνήσει -ελπίδα, λησμονιά ή απελπισία; δεν ξέρω. Και αν ξυπνήσει σε απελπισία, τότε θα πεθάνει, εκτός και βρεθεί άλλη γιατρειά που εγώ δεν μπορώ να της τη δώσω. Αλίμονο! γιατί τα κατορθώματά της την έχουν κατατάξει ανάμεσα στις πιο φημισμένες βασίλισσες.
Ύστερα ο Άραγκορν έσκυψε και κοίταξε το πρόσωπο της, κι ήταν στ’ αλήθεια άσπρο σαν κρίνος, παγωμένο σαν την παγωνιά και σκληρό σαν σμιλεμένο μάρμαρο. Αλλά έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο και τη φώναξε απαλά, λέγοντας:
– Έογουιν, κόρη του Έομουντ, ξύπνα! Ο εχθρός σου πάει, έφυγε! Εκείνη δεν κουνήθηκε, τώρα όμως άρχισε πάλι να αναπνέει βαθιά, έτσι που το στήθος της άρχισε ν’ ανεβοκατεβαίνει κάτω από το άσπρο λινό σεντόνι. Γι’ άλλη μια φορά ο Άραγκορν έτριψε δυο φύλλα athelas και τα έριξε στο αχνιστό νερό· και μ’ αυτό έπλυνε το μέτωπό της και το δεξί της χέρι που ήταν ξαπλωμένο κρύο κι άψυχο πάνω στα σκεπάσματα.
Και τότε, είτε γιατί ο Άραγκορν είχε στ’ αλήθεια κάποια λησμονημένη δύναμη της Δύσης, ή κι αν ήταν μονάχα τα λόγια του στην Αρχόντισσα Έογουιν που το πέτυχαν, καθώς η γλυκιά επίδραση του βοτανιού απλώθηκε παντού στο δωμάτιο, φάνηκε σε όσους βρίσκονταν κοντά ότι ένας διαπεραστικός άνεμος μπήκε απ’ το παράθυρο, που δεν είχε καμιά μυρωδιά, αλλά ήταν αέρας εντελώς φρέσκος και καθαρός κι ολοκαίνουριος, λες και κανένα ζωντανό πλάσμα δεν τον είχε αναπνεύσει άλλη φορά κι ερχόταν πρωτόφερτος, απ’ τα χιονισμένα βουνά ψηλά, κάτω από το θόλο των αστεριών, ή από μακρινές ασημένιες ακρογιαλιές που τις ξεπλένουν οι αφροί της θάλασσας.
– Ξύπνα, Έογουιν, Αρχόντισσα του Ρόαν! είπε ο Άραγκορν ξανά και πήρε το δεξί της χέρι στο δικό του και το ένιωσε ζεστό από τη ζωή που ξαναγύριζε. Ξύπνα! Η σκιά έφυγε και όλο το σκοτάδι έχει ξεπλυθεί!
Ύστερα έβαλε το χέρι της στο χέρι του Έομερ κι απομακρύνθηκε.
– Φώναξέ την! είπε και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο.
– Έογουιν, Έογουιν! φώναξε ο Έομερ μέσ’ απ’ τα δάκρυά του. Αλλά εκείνη άνοιξε τα μάτια της και είπε:
– Έομερ! Τι χαρά είναι αυτή; Γιατί είπαν πως είχες σκοτωθεί. Όχι, εκείνες δεν ήταν παρά οι σκοτεινές φωνές του ονείρου μου μόνο. Πόσες ώρες ονειρεύομαι;
– Όχι πολλές, αδελφή μου, είπε ο Έομερ. Αλλά μην το συλλογίζεσαι πια!
– Νιώθω παράξενα κουρασμένη, είπε. Πρέπει να ξεκουραστώ λιγάκι. Πες μου όμως τι απέγινε ο Άρχοντας του Μαρκ; Αλίμονο! Μη μου πεις πως ήταν κι αυτό όνειρο· γιατί ξέρω πως δεν ήταν. Είναι νεκρός, όπως το είχε προβλέψει.
– Είναι νεκρός, είπε ο Έομερ, αλλά μου είπε να δώσω χαιρετίσματα στην Έογουιν, που την αγαπούσε περισσότερο κι από κόρη του. Τώρα κείται με μεγάλες τιμές στην Ακρόπολη της Γκόντορ.
– Είναι θλιβερό, είπε. Παρ’ όλ’ αυτά όμως είναι και καλό περισσότερο απ’ ό,τι τολμούσα να ελπίσω τις σκοτεινές μέρες, τότε που φαινόταν πως ο Οίκος του Έορλ είχε λιγότερη τιμή κι απ’ την καλύβα ενός τσοπάνη. Και τι κάνει ο ακόλουθος του βασιλιά, το Ανθρωπάκι; Έομερ, πρέπει να τον κάνεις ιππότη του Ρίντερμαρκ, γιατί είναι γενναίος!
– Βρίσκεται κάπου εδώ κοντά σ’ αυτό το Σπίτι και θα πάω να τον δω, είπε ο Γκάνταλφ. Ο Έομερ θα μείνει εδώ για λίγο. Όμως μη μιλάς ακόμα ούτε για πόλεμο ούτε για λύπες, ώσπου να γίνεις πάλι καλά. Είναι μεγάλη χαρά να σε βλέπουμε ξυπνητή ξανά με ελπίδες και υγεία, γιατί είσαι αρχόντισσα πολύ γενναία!
– Υγεία; είπε η Έογουιν. Μπορεί. Τουλάχιστον όσο υπάρχει η άδεια σέλα κάποιου νεκρού Καβαλάρη που να μπορώ να χρησιμοποιήσω και πόλεμος να πολεμήσω. Αλλά ελπίδες; Δεν ξέρω.
Ο Γκάνταλφ κι ο Πίπιν ήρθαν στο δωμάτιο του Μέρι κι εκεί βρήκαν τον Άραγκορν να στέκεται πλάι στο κρεβάτι.