Выбрать главу

– Καημένε μου Μέρι! φώναξε ο Πίπιν κι έτρεξε στο κρεβάτι, γιατί του φάνηκε πως ο φίλος του έδειχνε χειρότερα και η όψη του ήταν σταχτιά σαν να τον πλάκωνε βάρος πολλών χρόνων λύπης και ξαφνικά φόβος κυρίεψε τον Πίπιν πως ο Μέρι θα πέθαινε.

– Μη φοβάσαι, είπε ο Άραγκορν. Έφτασα εγκαίρως και τον κάλεσα να γυρίσει πίσω. Είναι κατάκοπος τώρα και λυπημένος κι έχει τα ίδια με την Αρχόντισσα Έογουιν, γιατί τόλμησε να χτυπήσει το θανατερό εκείνο πλάσμα. Αλλά τούτα τα κακά μπορεί να διορθωθούν, γιατί έχει πνεύμα δυνατό και χαρούμενο. Δε θα ξεχάσει τη λύπη του· αλλά δε θα του σκοτεινάσει την καρδιά, θα τον διδάξει όμως σοφία.

Έπειτα ο Άραγκορν ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι του Μέρι και περνώντας το απαλά ανάμεσα από τις καστανές του μπούκλες, του άγγιξε τα βλέφαρα και τον φώναξε με τ’ όνομά του. Κι όταν το άρωμα του athelas απλώθηκε στο δωμάτιο, σαν τη μυρωδιά των κήπων και σαν τα ρείκια στον ήλιο γεμάτα μέλισσες, ο Μέρι ξύπνησε ξαφνικά και είπε:

– Πεινάω. Τι ώρα είναι;

– Έχει περάσει τώρα η ώρα του δείπνου, είπε ο Πίπιν αν και φαντάζομαι πως κάτι θα μπορέσω να σου φέρω, αν μου το επιτρέπουν.

– Και βέβαια το επιτρέπουν, είπε ο Γκάνταλφ. Κι οτιδήποτε άλλο επιθυμήσει τούτος ο Καβαλάρης του Ρόαν, αν μπορεί να βρεθεί στη Μίνας Τίριθ, που τ’ όνομά του είναι τιμημένο.

– Ωραιότατα! είπε ο Μέρι. Τότε θα ’θελα το δείπνο μου πρώτα κι ύστερα μια πίπα – το πρόσωπο του σκοτείνιασε. Όχι, όχι, πίπα. Δε νομίζω πως θα καπνίσω ξανά.

– Γιατί όχι; είπε ο Πίπιν.

– Να, απάντησε ο Μέρι αργά. Είναι νεκρός. Και η πίπα μου το ξαναθύμισε. Είπε ότι λυπόταν που δε βρήκε ποτέ την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε για την ιστορία του χόρτου. Ήταν σχεδόν το τελευταίο πράγμα που είπε. Ποτέ δε θα μπορέσω ξανά να καπνίσω χωρίς να σκεφτώ αυτόν ή εκείνη τη μέρα, Πίπιν, που έφτασε στο Ίσενγκαρντ και ήταν τόσο ευγενικός!

– Τότε να καπνίζεις και να τον θυμάσαι! είπε ο Άραγκορν. Γιατί ήταν καλή καρδιά και μεγάλος Βασιλιάς κι έμεινε πιστός στους όρκους του· κατάφερε και ξεπέρασε τις σκιές και βγήκε σ’ ένα τελευταίο ηλιόλουστο πρωινό. Μόλο που η υπηρεσία σου κοντά του ήταν σύντομη, θα πρέπει να τη θυμάσαι σαν μια ανάμνηση χαρούμενη και τιμημένη ως το τέλος της ζωής σου.

Ο Μέρι χαμογέλασε.

– Καλά, λοιπόν, είπε, αν ο Γοργοπόδαρος μου προμηθέψει τα απαραίτητα, θα καπνίσω και θα θυμάμαι. Είχα λίγο απ’ το καλύτερο του Σάρουμαν στο σακίδιό μου, αλλά τι απόγινε μες στη μάχη, σίγουρα δεν ξέρω.

– Κύριε Μέριαντοκ, είπε ο Άραγκορν, αν νομίζεις πως πέρασα τα βουνά και την Γκόντορ ολόκληρη με σπαθί και φωτιά για να φέρω χόρτα σ’ έναν απρόσεκτο στρατιώτη που χάνει τις αποσκευές του, κάνεις μεγάλο λάθος. Αν το σακίδιό σου δεν έχει βρεθεί, τότε στείλε να φωνάξουν τον υπεύθυνο για τα βότανα του Σπιτιού. Κι αυτός θα σου πει πως δεν ήξερε ότι το χόρτο που επιθυμείς είχε καμιά ιδιότητα, αλλά πως ονομάζεται westmansweed από τον κόσμο και galenas από τους ευγενείς, κι άλλα ονόματα σ’ άλλες επιστημονικότερες γλώσσες, κι αφού προσθέσει και μερικά μισοξεχασμένα στιχάκια που δεν καταλαβαίνει, θα σε πληροφορήσει με λύπη του πως δεν υπάρχει καθόλου στο Σπίτι και θα σ’ αφήσει να συλλογίζεσαι την ιστορία των γλωσσών. Και το ίδιο πρέπει να κάνω κι εγώ. Γιατί δεν έχω κοιμηθεί σε κρεβάτι σαν κι αυτό, από τότε που έφυγα απ’ το Ντάνχάροου, ούτε έχω βάλει τίποτα στο στόμα μου απ’ τη νύχτα πριν χαράξει. Ο Μέρι του άρπαξε το χέρι και το φίλησε.

– Ζητώ χίλια συγγνώμη, είπε. Φύγε αμέσως! Από εκείνη τη νύχτα στο Μπρι σού έχουμε γίνει κακός μπελάς. Αλλά είναι ο τρόπος μας να χρησιμοποιούμε ανάλαφρες κουβέντες σε τέτοιες ώρες και να λέμε λιγότερα από όσα θα θέλαμε να πούμε. Φοβόμαστε να πούμε πάρα πολλά. Κι αυτό μας στερεί τα σωστά λόγια, όταν το αστείο δεν έχει θέση.

– Αυτό το ξέρω καλά, ειδαλλιώς δε θα σου φερνόμουνα με τον ίδιο τρόπο, είπε ο Άραγκορν. Μακάρι το Σάιρ να ζει πάντοτε αμάραντο!

Και φιλώντας το Μέρι βγήκε έξω μαζί με τον Γκάνταλφ.

Ο Πίπιν έμεινε πίσω.

– Ήταν ποτέ κανένας σαν κι αυτόν; είπε. Εκτός από τον Γκάνταλφ, βέβαια. Νομίζω πως θα πρέπει να συγγενεύουν. Μικρέ μου ανόητε, το σακίδιό σου βρίσκεται πλάι στο κρεβάτι σου και το είχες στην πλάτη σου όταν σε βρήκα. Κι εκείνος, φυσικά, το έβλεπε όλη αυτή την ώρα. Πάντως έχω κι εγώ λίγο καπνό δικό μου. Έλα, τώρα! Είναι φύλλο του Λόνγκμπότομ. Γέμισε την πίπα σου ώσπου να τρέξω εγώ να δω για φαγητό! Και ύστερα ας ξεδώσουμε λιγάκι. Άι στο καλό. Εμείς οι Τουκ και οι Μπράντιμπακ δεν μπορούμε να ζήσουμε πολύ στα μεγάλα ύψη.

– Όχι, είπε ο Μέρι. Εγώ δεν μπορώ. Όχι ακόμα, οπωσδήποτε. Αλλά τουλάχιστον, Πίπιν, μπορούμε τώρα να τα δούμε και να τους αποδώσουμε τιμή. Το καλύτερο είναι να αγαπάς πρώτα ό,τι είναι στα μέτρά σου, φαντάζομαι. Πρέπει κάπου να αρχίζεις και να έχεις κάποιες ρίζες και το χώμα του Σάιρ είναι βαθύ. Πάντως υπάρχουν πράγματα βαθύτερα και ανώτερα· και κανένας δε θα μπορούσε να φροντίζει τον κήπο του με την ησυχία του, αν δεν ήταν αυτά, είτε το ξέρει είτε όχι. Κι εγώ χαίρομαι που ξέρω γι’ αυτά, λιγάκι. Αλλά δεν ξέρω τι μ’ έπιασε και μιλάω έτσι. Πού ’ναι εκείνο το φύλλο; Και φέρε μου την πίπα μου απ’ το σακίδιό μου, αν δεν έχει σπάσει.