Выбрать главу

Ο Άραγκορν κι ο Γκάνταλφ πήγαν τώρα στον Προϊστάμενο των Σπιτιών της Γιατρειάς και του είπαν πως ο Φαραμίρ και η Έογουιν έπρεπε να μείνουν εκεί και να εξακολουθήσουν να τους περιποιούνται με προσοχή για πολλές μέρες.

– Η Αρχόντισσα Έογουιν, είπε ο Άραγκορν, γρήγορα θα θελήσει να σηκωθεί και να φύγει· όμως δεν πρέπει να της το επιτρέψετε, αν μπορέσετε με κάποιον τρόπο να την κρατήσετε, ώσπου να περάσουν τουλάχιστο δέκα μέρες.

– Όσο για το Φαραμίρ, είπε ο Γκάνταλφ, πρέπει γρήγορα να μάθει πως ο πατέρας του είναι νεκρός. Αλλά δεν πρέπει να μάθει ολόκληρη την ιστορία της τρέλας του Ντένεθορ, ώσπου να έχει τελείως θεραπευτεί και να έχει αναλάβει καθήκοντα. Φρόντισε ώστε ο Μπέρεγκοντ και ο perian, που ήταν παρόντες, να μην του πουν για τα όσα έγιναν ακόμα!

– Και ο άλλος perian, ο Μέριαντοκ, που βρίσκεται κάτω από την επίβλεψη μου, αυτόν τι να τον κάνω; είπε ο Προϊστάμενος.

– Είναι πιθανόν ότι θα νιώθει καλά για να σηκωθεί αύριο, για λίγη ώρα, είπε ο Άραγκορν. Άφησέ τον να σηκωθεί, αν το θελήσει. Μπορεί να περπατήσει λιγάκι, αν τον προσέχουν οι φίλοι του.

– Είναι αξιόλογος λαός, είπε ο Προϊστάμενος, κουνώντας το κεφάλι του. Σκληρά καρύδια.

Στην είσοδο των Σπιτιών είχαν κιόλας συγκεντρωθεί πολλοί για να δουν τον Άραγκορν και τον πήραν από πίσω· κι όταν τέλος έφαγε, ήρθαν άνθρωποι και τον παρακαλούσαν να θεραπεύσει τους συγγενείς ή φίλους τους, που η ζωή τους κινδύνευε από κάποιον πόνο ή πληγή ή που τους πλάκωνε η Μαύρη Σκιά. Και ο Άραγκορν σηκώθηκε και βγήκε κι έστειλε να φωνάξουν τους γιους του Έλροντ και μαζί δούλεψαν ως αργά τη νύχτα. Και στην Πόλη διαδόθηκε: «Ο βασιλιάς ξανάρθε πραγματικά». Και τον είπαν Λιθούχο, από το πράσινο πετράδι που φορούσε, κι έτσι το όνομα που είχαν προφητέψει, όταν γεννήθηκε, ότι θα έχει, του το διάλεξε ο λαός του.

Κι όταν δεν μπορούσε να δουλέψει άλλο, τυλίχτηκε στο μανδύα του και γλίστρησε έξω από την Πόλη και πήγε στη σκηνή του πριν χαράξει και κοιμήθηκε λίγο. Και το πρωί το λάβαρο του Ντολ Άμροθ, ένα άσπρο καράβι σαν κύκνος στα γαλανά νερά, ανέμισε στον Πύργο και ο κόσμος κοίταξε ψηλά και αναρωτήθηκαν μήπως ο ερχομός του Βασιλιά ήταν όνειρο.

IX

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Το πρωινό μετά τη μάχη ήρθε και ήταν όμορφο, με ανάλαφρα συννεφάκια και τον άνεμο να γυρίζει δυτικά. Ο Λέγκολας και ο Γκίμλι σηκώθηκαν και βγήκαν έξω νωρίς και ζήτησαν άδεια ν’ ανεβούν στην Πόλη, γιατί ήθελαν πολύ να δουν το Μέρι και τον Πίπιν.

– Τι καλά που μάθαμε πως είναι ακόμα ζωντανοί, είπε ο Γκίμλι· γιατί μας στοίχισαν πολλούς κόπους τότε που τρέχαμε να τους προλάβουμε απ’ τη μια άκρη του Ρόαν ως την άλλη και δε θα ήθελα οι κόποι μας να πήγαιναν χαμένοι.

Το Ξωτικό κι ο Νάνος μπήκαν μαζί στη Μίνας Τίριθ κι όσοι τους έβλεπαν να περνούν θαύμαζαν βλέποντας τέτοιους συντρόφους· γιατί ο Λέγκολας ήταν όμορφος πέρα από τα μέτρα των Ανθρώπων και τραγουδούσε ένα τραγούδι ξωτικό με καθάρια φωνή, καθώς προχωρούσε μες στο πρωινό· ο Γκίμλι όμως προχωρούσε περήφανα στο πλευρό του, χαϊδεύοντας τη γενειάδα του και παρατηρώντας τα πάντα γύρω του.

– Έχει αρκετά καλές λιθοδομές εδώ, είπε καθώς κοίταζε τα τείχη, αλλά αλλού δεν είναι τόσο καλή δουλειά και οι δρόμοι θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα. Όταν ο Αραγκορν πάρει το θρόνο του, θα του προσφέρω τις υπηρεσίες των λιθοδόμων του Βουνού και θα την κάνουμε να την καμαρώνουν όλοι.

– Χρειάζονται περισσότερους κήπους, είπε ο Λέγκολας. Τα σπίτια είναι νεκρά, και ελάχιστα φυτρώνουν εδώ και χαίρονται. Αν πάρει το θρόνο του ο Αραγκορν, ο λαός του Δάσους θα του φέρει πουλιά που κελαηδούν και δέντρα που δεν πεθαίνουν.

Τέλος, έφτασαν στον Πρίγκιπα Ιμραχίλ και ο Λέγκολας τον κοίταξε και υποκλίθηκε βαθιά· γιατί είδε πως εδώ πραγματικά βρισκόταν κάποιος με αίμα ξωτικό στις φλέβες του.

– Χαίρε, άρχοντα! είπε. Ο λαός της Νίμροντελ έχει φύγει εδώ και πολύν καιρό από τα δάση του Λόριεν, όμως μπορεί ακόμα κανείς να δει πως δεν άνοιξαν όλοι πανιά από το λιμάνι του Άμροθ να πάνε δυτικά ταξιδεύοντας στη θάλασσα.

– Έτσι αναφέρουν οι παραδόσεις του τόπου μου, είπε ο Πρίγκιπας· όμως, μέχρι τώρα, εδώ και αμέτρητα χρόνια, δεν έχουμε δει κανέναν από τον όμορφο λαό στα μέρη μας. Και είμαι γεμάτος θαυμασμό που βλέπω έναν εδώ τώρα μες στις λύπες και στον πόλεμο. Τι ζητάς;