– Είμαι ένας από τους Εννέα Συντρόφους που ξεκίνησαν από το Ίμλαντρις με το Μιθραντίρ, είπε ο Λέγκολας, και μαζί μ’ αυτόν το Νάνο, το φίλο μου, ήρθα με τον Άρχοντα Άραγκορν. Τώρα όμως θέλουμε να δούμε τους φίλους μας, το Μέριαντοκ και τον Πέρεγκριν, που μας είπαν πως βρίσκονται κάτω από την επίθλεψή σου.
– Θα τους βρείτε στα Σπίτια της Γιατρειάς. Θα σας πάω εγώ ως εκεί, είπε ο Ιμραχίλ.
– Θα είναι αρκετό αν στείλεις κάποιον να μας οδηγήσει, άρχοντα, είπε ο Λέγκολας. Γιατί ο Άραγκορν σου στέλνει αυτό το μήνυμα. Δε θέλει να μπει στην Πόλη ξανά τώρα. Είναι ανάγκη όμως οι αρχηγοί να κάνουν συμβούλιο αμέσως και παρακαλεί εσένα και τον Έομερ του Ρόαν να πάτε κάτω στον καταυλισμό του, όσο το δυνατό γρηγορότερα. Ο Μιθραντίρ βρίσκεται κιόλας εκεί.
– Θα πάμε, είπε ο Ιμραχίλ. Και χώρισαν με λόγια ευγενικά.
– Αυτός είναι άρχοντας ωραίος και μεγάλος στρατηγός των ανθρώπων, είπε ο Λέγκολας. Αν η Γκόντορ εξακολουθεί να έχει ακόμα τέτοιους άντρες στις μέρες της παρακμής της, τότε θα πρέπει να ήταν μεγάλη η δόξα της τις μέρες της ακμής της.
– Και το δίχως άλλο η καλή λιθοδομή είναι η αρχαιότερη και θα έγινε όταν πρωτοχτίστηκε η Πόλη, είπε ο Γκίμλι. Έτσι συμβαίνει πάντα με ό,τι αρχίζουν οι Άνθρωποι: πέφτει παγετός την Άνοιξη ή μαράζι το Καλοκαίρι και δεν εκπληρώνουν αυτό που υπόσχονται.
– Όμως, σπάνια χάνεται ο σπόρος τους, είπε ο Λέγκολας. Και πέφτει στο χώμα και σαπίζει για να ζωντανέψει ξανά σε τόπους και εποχές που δεν το περιμένει κανείς. Τα έργα των Ανθρώπων θα κρατήσουν περισσότερο από εμάς, Γκίμλι.
– Κι όμως, στο τέλος δεν καταλήγουν πουθενά, παρά σε απραγματοποίητες δυνατότητες, φαντάζομαι, είπε ο Νάνος.
– Σ’ αυτό τα Ξωτικά δε γνωρίζουν την απάντηση, είπε ο Λέγκολας.
Τότε ήρθε ο υπηρέτης του Πρίγκιπα και τους πήγε στα Σπίτια της Γιατρειάς· κι εκεί βρήκαν τους φίλους τους στον κήπο και η συνάντησή τους έγινε με γέλια και χαρές. Για αρκετή ώρα κουβέντιασαν περπατώντας και χάρηκαν για λίγο ειρηνικά και ξεκούραστα στο πρωινό πάνω ψηλά, στους ανεμοδαρμένους κύκλους της Πόλης. Ύστερα, όταν κουράστηκε ο Μέρι, πήγαν και κάθισαν στο τείχος, με την πρασινάδα των Σπιτιών της Γιατρειάς πίσω τους· και πέρα, κατά το νοτιά, μπροστά τους γυάλιζε στον ήλιο ο Άντουιν, όπως κυλούσε, πηγαίνοντας εκεί που ούτε κι ο Λέγκολας έφτανε να δει, στους πλατιούς κάμπους και στην πράσινη καταχνιά του Λέμπενιν και του Νοτίου Ιθίλιεν.
Και τώρα ο Λέγκολας έμεινε σιωπηλός, ενώ οι άλλοι κουβέντιαζαν, και κοίταζε κατά τον ήλιο και, όπως κοίταζε, είδε άσπρα θαλασσοπούλια να πετούν ανεβαίνοντας το ποτάμι.
– Κοιτάξτε! φώναξε. Γλάροι! Πετούν βαθιά στο εσωτερικό. Για μένα είναι κάτι θαυμαστό και προξενούν ανησυχία μέσα μου. Ποτέ σ’ όλη μου τη ζωή δεν τους είχα δει, ώσπου έφτασα στο Πελάργκιρ· κι εκεί τους άκουσα να κράζουν στον αέρα καθώς πηγαίναμε για τη μάχη των καραβιών. Τότε είχα σταθεί ακίνητος, λησμονώντας τον πόλεμο στη Μέση-γη· γιατί οι θρηνητικές φωνές τους μου μιλούσαν για τη Θάλασσα. Τη Θάλασσα! Αλίμονο! Δεν την έχω δει ακόμα. Αλλά βαθιά στις καρδιές όλων των δικών μου κοιμάται ο πόθος για τη θάλασσα, που είναι επικίνδυνο να τον ξυπνήσεις. Αλίμονο! εξαιτίας των γλάρων. Δε θα ξαναβρώ ειρήνη κάτω από οξιά ή φτελιά.
– Μη μιλάς έτσι! είπε ο Γκίμλι. Υπάρχουν ακόμα αμέτρητα πράγματα να δούμε στη Μέση-γη και μεγάλα έργα να κάνουμε. Αν όμως όλος ο όμορφος λαός φύγει στα Λιμάνια, ο κόσμος θα χάσει τη λάμψη του για κείνους που η μοίρα τους είναι να μείνουν.
– Θα χάσει τη λάμψη του και θα γίνει οπωσδήποτε θλιβερός! είπε ο Μέρι. Δεν πρέπει να πας στα Λιμάνια, Λέγκολας. Πάντα θα υπάρχουν και μερικοί, μικροί ή μεγάλοι, ακόμη και λίγοι σοφοί νάνοι σαν τον Γκίμλι, που θα σας χρειάζονται. Τουλάχιστον, έτσι ελπίζω. Αν και κάπως νιώθω πως το χειρότερο αυτού του πολέμου δεν έχει έρθει ακόμα. Πώς θα ’θελα να είχαν τελειώσει όλα και μάλιστα καλά!
– Μην είσαι τόσο απαισιόδοξος! φώναξε ο Πίπιν. Ο ήλιος λάμπει κι εμείς είμαστε μαζί εδώ για μια δυο μέρες τουλάχιστο. Θέλω να μάθω περισσότερα για όλους σας. Έλα, Γκίμλι! Εσύ κι ο Λέγκολας έχετε αναφέρει το παράξενο ταξίδι σας με το Γοργοπόδαρο καμιά δωδεκα-ριά φορές ως τώρα τούτο το πρωινό. Όμως, δε μου έχετε πει τίποτα γι’ αυτό.
– Ο Ήλιος μπορεί να λάμπει εδώ, είπε ο Γκίμλι, αλλά έχω αναμνήσεις από κείνον το δρόμο, που δε θέλω να τις βγάλω απ’ τα σκοτάδια. Αν ήξερα τι με περίμενε, νομίζω πως για καμιά φιλία δε θα περνούσα τα Μονοπάτια των Νεκρών.
– Τα Μονοπάτια των Νεκρών; είπε ο Πίπιν. Άκουσα τον Άραγκορν να το λέει κι αναρωτήθηκα τι ήθελε να πει. Δε θα μας πεις τίποτα περισσότερο;