»Ο Άραγκορν όμως σταμάτησε και φώναξε με μεγάλη φωνή; «Ελάτε τώρα! Σας καλώ στο όνομα του Μαύρου Βράχου!» Και ξαφνικά ο Λόχος των Ίσκιων, που είχε κρατηθεί πίσω, ήρθε επιτέλους σαν γκρίζα παλίρροια, σαρώνοντας τα πάντα μπροστά του. Άκουσα ξεψυχες φωνές και ξέθωρα σαλπίσματα από βούκινα κι ένα μουρμουρητό από αμέτρητες μακρινές φωνές – έμοιαζε απόηχος κάποιας ξεχασμένης μάχης τα Μαύρα Χρόνια πολύ παλιά. Χλωμά σπαθιά βγήκαν απ’ τα θηκάρια· αλλά δεν ξέρω αν οι λεπίδες τους έκοβαν ακόμα, γιατί οι Νεκροί δε χρειάζονταν πια κανένα όπλο εκτός από το φόβο. Κανείς δεν μπορούσε να τους αντισταθεί.
»Πήγαν σε κάθε πλοίο που ήταν τραβηγμένο έξω στη στεριά και ύστερα πήγαν στο νερό σ’ εκείνα που ήταν αγκυροβολημένα· και όλοι οι ναυτικοί κυριεύτηκαν από τρελό φόβο και πήδηξαν έξω, εκτός από τους σκλάβους που ήταν αλυσοδεμένοι στα κουπιά. Αψηφώντας τον κίνδυνο ορμήσαμε ανάμεσα στους πανικόβλητους εχθρούς μας, σαρώνοντάς τους σαν τα φύλλα, ώσπου φτάσαμε στην παραλία. Και ύστερα στο καθένα από τα μεγάλα καράβια που είχαν απομείνει ο Άραγκορν έστειλε κι από έναν Ντούνεντεν κι εκείνοι καθησύχασαν τους αιχμαλώτους που βρίσκονταν μέσα και τους είπαν να παραμερίσουν το φόβο τους και να ελευθερωθούν.
»Πριν τελειώσει εκείνη η σκοτεινή μέρα δεν είχε απομείνει κανένας εχθρός να μας προβάλει αντίσταση· όλοι είχαν πνιγεί ή υποχωρούσαν άτακτα κατά το νοτιά, με την ελπίδα να βρουν τις χώρες τους πεζή. Εμένα μου φάνηκε παράξενο και θαυμαστό να ανατρέπονται τα σχέδια της Μόρντορ από τέτοια φαντάσματα φόβου και σκοτεινιάς. Την έπαθε με τα ίδια της τα όπλα!
– Πραγματικά παράξενο, είπε ο Λέγκολας. Εκείνη την ώρα κοίταξα τον Άραγκορν και σκέφθηκα πόσο μεγάλος και φοβερός Άρχοντας θα μπορούσε να είχε γίνει με την τόσο ισχυρή θέλησή του, αν είχε πάρει το Δαχτυλίδι για τον εαυτό του. Δεν έχει άδικο η Μόρντορ που τον φοβάται. Το πνεύμα του όμως είναι πολύ ανώτερο από την αντίληψη του Σόρον μήπως δεν κατάγεται από τα παιδιά της Λούθιεν; Αυτή η γενιά δε θα χαθεί όσα χρόνια κι αν περάσουν.
– Τέτοιες προβλέψεις δεν τις φτάνουν τα μάτια των Νάνων, είπε ο Γκίμλι. Όμως, στ’ αλήθεια, ήταν πανίσχυρος εκείνη την ημέρα ο Άραγκορν. Να! όλος ο μαύρος στόλος βρισκόταν στα χέρια του’ και για τον εαυτό του διάλεξε το μεγαλύτερο καράβι και ανέβηκε. Ύστερα είπε και σάλπισαν δυνατά πολλές τρομπέτες, λάφυρα του εχθρού· και ο Λόχος των Ίσκιων τραβήχτηκε στην παραλία. Εκεί στάθηκαν σιωπηλοί, σχεδόν αόρατοι, εκτός από μια κόκκινη γυαλάδα στα μάτια τους που αντανακλούσε την κοκκινίλα των πυρπολημένων καραβιών. Κι ο Άραγκορν απευθύνθηκε με φωνή μεγάλη στους Νεκρούς και είπε:
»Ακούστε τώρα τα λόγια του Κληρονόμου του Ισίλντουρ! Ο όρκος σας εκπληρώθηκε. Γυρίστε πίσω και ποτέ πια μην ενοχλήσετε τις κοιλάδες! Φύγετε και ας αναπαύεσθε εν ειρήνη!»
»Οπότε ο Βασιλιάς των Νεκρών βγήκε μπροστά από το λόχο, έσπασε το κοντάρι του και το πέταξε κάτω. Ύστερα υποκλίθηκε βαθιά και απομακρύνθηκε· και γρήγορα όλος ο γκρίζος λόχος αποτραβήχτηκε και χάθηκε σαν την ομίχλη που τη σπρώχνει πίσω ξαφνικός άνεμος· και σε μένα φάνηκε σαν να ξύπνησα από κάποιο όνειρο.
»Εκείνη τη νύχτα εμείς ξεκουραστήκαμε, ενώ άλλοι δούλευαν. Γιατί απελευθερώθηκαν πολλοί αιχμάλωτοι και πολλοί σκλάβοι, άνθρωποι της Γκόντορ, που τους είχαν πιάσει σε επιδρομές· και γρήγορα επίσης συγκεντρώθηκε στρατός πολύς με άντρες από το Λέμπενιν και το Έθιρ· και ήρθε και ο Άνγκμπορ του Λάμεντον με όσο ιππικό μπόρεσε να συγκεντρώσει. Τώρα που ο φόβος των Νεκρών είχε απομακρυνθεί, ήρθαν να μας βοηθήσουν και να δουν τον Κληρονόμο του Ισίλντουρ· γιατί η φήμη εκείνου του ονόματος είχε απλωθεί σαν φωτιά στο σκοτάδι.
»Κι αυτά έγιναν προς το τέλος της ιστορίας μας. Γιατί όλο εκείνο το απόβραδο και τη νύχτα ετοιμάστηκαν και επανδρώθηκαν πολλά πλοία· και το πρωί ο στόλος ξεκίνησε. Αν και τώρα φαίνεται σαν να ’χει περάσει πολύς καιρός, όμως δεν ήταν παρά προχθές το πρωί, την έκτη μέρα που φύγαμε απ’ το Ντάνχάροου. Όμως τον Άραγκορν δεν τον άφηνε να ησυχάσει ο φόβος πως είχαμε ελάχιστο χρόνο μπροστά μας.
»«Είναι σαράντα δύο λεύγες απ’ το Πελάργκιρ ως τις αποβάθρες του Χάρλοντ, είπε. Όμως πρέπει να φτάσουμε στο Χάρλοντ αύριο, ειδαλλιώς όλα θα πάνε χαμένα.»
»Τα κουπιά τώρα τα δούλευαν άντρες ελεύθεροι, που κόπιαζαν αντρίκεια· όμως ανεβαίναμε αργά το Μεγάλο Ποταμό, γιατί πλέαμε αντίθετα στο ρεύμα και, μόλο που δεν είναι ορμητικό κάτω στο Νοτιά, ο αέρας δε μας βοηθούσε. Η καρδιά μου θα ήταν βαριά, παρ’ όλη μας τη νίκη στα λιμάνια, αν δεν έβαζε ξαφνικά τα γέλια ο Λέγκολας.