Выбрать главу

»«Μην απελπίζεσαι, μακρυγένη γιε του Ντούριν! είπε. Γιατί έτσι λένε: Σαν τα πάντα η απόγνωση κάψει, η ελπίδα ξανά θε ν’ ανάψει.

»Όμως, δε μου έλεγε τι ελπίδα έβλεπε από μακριά. Όταν έφτασε η νύχτα, το σκοτάδι έγινε πυκνότερο και καίγονταν οι καρδιές μας, γιατί μακριά κατά το Βοριά βλέπαμε μια κοκκινίλα ν’ αντιφεγγίζει στα σύννεφα κι ο Άραγκορν είπε:

»«Η Μίνας Τίριθ καίγεται».

»Τα μεσάνυχτα όμως η ελπίδα στ’ αλήθεια ξαναγεννήθηκε. Άντρες από το Έθιρ που ήξεραν από θάλασσα κοιτάζοντας νότια είπαν πως ερχόταν αλλαγή καιρού και αέρας απ’ τη μεριά της Θάλασσας. Πολύ πριν ξημερώσει τα καράβια άνοιξαν πανιά και η ταχύτητά μας μεγάλωσε, ώσπου η αυγή άσπρισε τον αφρό στις πλώρες μας. Και έτσι, όπως ξέρετε, έγινε και φτάσαμε την τρίτη ώρα της μέρας με ούριο άνεμο και τον Ήλιο ασυννέφιαστο κι εμείς σηκώσαμε τη μεγάλη σημαία στη μάχη. Ήταν μεγάλη μέρα και μεγάλη ώρα, ό,τι κι αν ακολουθήσει.

– Ό,τι κι αν ακολουθήσει, τα μεγάλα κατορθώματα δε χάνουν την αξία τους, είπε ο Λέγκολας. Ήταν μεγάλο κατόρθωμα η πορεία στα Μονοπάτια των Νεκρών και θα μείνει μεγάλο, ακόμα κι αν δεν απομείνει κανένας στην Γκόντορ για να το κάνει τραγούδι στις μέρες που θά ’ρθουν.

– Κι αυτό δεν αποκλείεται να γίνει, είπε ο Γκίμλι. Γιατί η όψη του Άραγκορν και του Γκάνταλφ είναι βαριά. Πολύ θα ’θελα να ξέρω τι αποφάσεις παίρνουν εκεί κάτω στα αντίσκηνα. Από την πλευρά μου, σαν το Μέρι, θα ήθελα με τη νίκη μας να τελείωνε τώρα κι ο πόλεμος. Πάντως, ό,τι κι αν είναι να γίνει ακόμα, ελπίζω να έχω κι εγώ να παίξω κάποιο ρόλο, για την τιμή του λαού του Βουνού της Μοναξιάς.

– Κι εγώ για την τιμή του λαού του Μεγάλου Δάσους, είπε ο Λέγκολας, και για την αγάπη του Άρχοντα του Λευκού Δέντρου.

Ύστερα οι σύντροφοι σώπασαν, αλλά για λίγο έμειναν καθισμένοι εκεί ψηλά, απορροφημένος ο καθένας από τις σκέψεις του, ενώ οι Καπεταναίοι έκαναν συμβούλιο.

Όταν ο Πρίγκιπας Ιμραχίλ χώρισε απ’ το Λέγκολας και τον Γκίμλι, έστειλε αμέσως να φωνάξουν τον Έομερ· και μαζί κατέβηκαν από την Πόλη και πήγαν στις σκηνές του Άραγκορν που τις είχαν στήσει στο πεδίο της μάχης, όχι μακριά από το σημείο που είχε πέσει ο Βασιλιάς Θέοντεν. Κι εκεί έκαναν συμβούλιο μαζί με τον Γκάνταλφ, τον Άραγκορν και τους γιους τού Έλροντ.

– Άρχοντές μου, είπε ο Γκάνταλφ, ακούστε τα λόγια του Επιτρόπου της Γκόντορ πριν πεθάνει: Μπορεί να θριαμβεύσετε στην πεδιάδα του Πέλενορ για μια μέρα, αλλά ενάντια στη Δύναμη που έχει τώρα σηκωθεί δεν υπάρχει νίκη. Εγώ δε σας λέω να απελπιστείτε, όπως εκείνος, αλλά να αναλογιστείτε την αλήθεια που υπάρχει σ’ αυτά τα λόγια.

»Οι Ενορατικές Σφαίρες δε λένε ψέματα κι ούτε κι ο ίδιος ο Άρχοντας του Μπαράντ-ντουρ δεν μπορεί να τις κάνει να πουν. Μπορεί, ίσως, με τη θέλησή του να διαλέγει αυτά που θα δουν όσοι έχουν πιο αδύνατη θέληση, ή να τους κάνει να εξηγούν λάθος αυτά που βλέπουν. Πάντως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν ο Ντένεθορ έβλεπε μεγάλες δυνάμεις να ετοιμάζονται εναντίον του στη Μόρντορ και να εξακολουθούν να συγκεντρώνονται κι άλλες, έβλεπε αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

»Μόλις και μετά βίας έφτασαν οι δυνάμεις μας για να απωθήσουν την πρώτη μεγάλη επίθεση. Η επόμενη θα είναι ακόμα μεγαλύτερη. Αυτός ο πόλεμος, λοιπόν, είναι χωρίς ελπίδα, όπως το κατάλαβε ο Ντένεθορ. Η νίκη δε θά ’ρθει με τα όπλα, είτε μείνετε εδώ να αντιμετωπίσετε τη μια πολιορκία μετά την άλλη, είτε εκστρατεύσετε και κατασυντριβείτε πέρα από τον Ποταμό. Έχετε να διαλέξετε μόνο μεταξύ κακών και η σύνεση θα σας συμβούλευε να ενισχύσετε όσα οχυρά έχετε κι εκεί να περιμένετε την επίθεση· γιατί έτσι θα μακρύνει ο χρόνος πριν το τέλος σας.

– Δηλαδή, θέλεις να υποχωρήσουμε στη Μίνας Τίριθ ή στο Ντολ Άμροθ ή στο Ντάνχάροου και να καθίσουμε εκεί σαν τα παιδιά στους πύργους από άμμο, ενώ η παλίρροια έρχεται; είπε ο Ιμραχίλ.

– Αυτό δε θα ήταν καινούρια συμβουλή, είπε ο Γκάνταλφ. Αυτό δεν κάνατε και σχεδόν τίποτα περισσότερο σ’ όλες τις μέρες του Ντένεθορ; Όμως, όχι! Εγώ είπα πως αυτό θα ήταν συνετό. Δε συμβουλεύω σύνεση. Είπα πως η νίκη δε θά ’ρθει με τα όπλα. Εξακολουθώ να ελπίζω στη νίκη, αλλά όχι με τα όπλα. Γιατί ανάμεσα σ’ όλα αυτά υπάρχει και το Δαχτυλίδι της Δυνάμεως, το θεμέλιο του Μπαράντ-ντουρ και η ελπίδα του Σόρον.

»Σχετικά μ’ αυτό, άρχοντές μου, όλοι γνωρίζετε αρκετά για να κατανοήσετε τη δύσκολη θέση, τη δική μας και του Σόρον. Αν το ξαναπάρει, η αντρειοσύνη σας είναι μάταιη και η νίκη του θα είναι γρήγορη κι ολοκληρωτική – τόσο ολοκληρωτική, που κανένας δεν μπορεί να προβλέψει το τέλος της, όσο θα υπάρχει αυτός ο κόσμος. Αν καταστραφεί, τότε θα πέσει· και θα πέσει τόσο χαμηλά, που κανένας δεν μπορεί να προβλέψει αν θα σηκωθεί ποτέ ξανά. Γιατί θα χάσει το καλύτερο μέρος της δύναμής του που υπήρχε μέσα του στο ξεκίνημά του και όλα, όσα έγιναν ή άρχισαν μ’ εκείνη τη δύναμη, θα σωριαστούν και αυτός θα σακατευτεί για πάντα και θα καταντήσει ένα απλό πνεύμα κακού που θα τρώγεται μοναχό του στα σκοτάδια, χωρίς να μπορεί να ξαναμεγαλώσει ή να πάρει μορφή. Κι έτσι ένα μεγάλο κακό του κόσμου τούτου θα φύγει από τη μέση.