»Υπάρχουν άλλα κακά που μπορεί να έρθουν γιατί κι ο Σόρον ο ίδιος δεν είναι παρά υπηρέτης ή απεσταλμένος. Ο ρόλος μας όμως δεν είναι να νικήσουμε όλες τις φουρτούνες του κόσμου, αλλά να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συντρέξουμε αυτές τις μέρες που βρεθήκαμε, ξεριζώνοντας το κακό από τα χωράφια που ξέρουμε έτσι, ώστε εκείνοι που θα ζήσουν μετά από εμάς να βρουν καθαρή γη να οργώσουν. Το τι καιρός θα τους βρει, δεν το κανονίζουμε εμείς.
»Ο Σόρον τώρα τα ξέρει όλα αυτά και ξέρει ότι το πολύτιμο αυτό πράγμα που έχασε, έχει βρεθεί πάλι· αλλά δεν ξέρει ακόμα πού είναι· έτσι ελπίζουμε τουλάχιστον. Βρίσκεται επομένως σε μεγάλη αμφιβολία. Διότι, αν το έχουμε βρει αυτό το πράγμα, υπάρχουν μερικοί ανάμεσά μας με αρκετή δύναμη για να το χρησιμοποιήσουν. Κι αυτό επίσης το ξέρει. Γιατί, σωστά υποθέτω, έτσι δεν είναι, Άραγκορν, ότι του παρουσίασες τον εαυτό σου στη Σφαίρα του Όρθανκ;
– Ναι, το έκανα πριν ξεκινήσω από το Φρούριο της Σάλπιγγας, απάντησε ο Άραγκορν. Έκρινα πως έφτασε η ώρα και πως η Σφαίρα είχε φτάσει στα χέρια μου γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Είχαν περάσει δέκα μέρες από τότε που ο Δαχτυλιδοκουβαλητής είχε περάσει ανατολικά του Ράουρος, και το Μάτι του Σόρον, σκέφτηκα, έπρεπε να το κάνω να αποτραβηχτεί από τη χώρα του. Πάρα πολύ σπάνια τον έχουν προκαλέσει, από τότε που έχει ξαναγυρίσει στον Πύργο του. Αν και, αν είχα προβλέψει πόσο γρήγορη θα ήταν η επίθεση με την οποία απάντησε, ίσως δε θα είχα τολμήσει να εμφανιστώ. Μόλις και μετά βίας μου δόθηκε χρόνος για να έρθω να σας βοηθήσω.
– Αλλά πώς γίνεται αυτό; ρώτησε ο Έομερ. Όλα είναι μάταια, λες, αν έχει το Δαχτυλίδι. Αυτός γιατί να μη σκεφτεί πως θα είναι μάταιο να μας επιτεθεί, αν το έχουμε εμείς;
– Δεν είναι ακόμη βέβαιος, είπε ο Γκάνταλφ, και δεν έχει αυξήσει τις δυνάμεις του, περιμένοντας ώσπου να εξασφαλιστούν οι εχθροί του, όπως έχουμε κάνει εμείς. Και, επιπλέον, δε θα μπορούσαμε να μάθουμε πώς να χρησιμοποιούμε όλη του τη δύναμη μέσα σε μια μέρα. Κι οποιαδήποτε ένας μονάχα αφέντης μπορεί να το χρησιμοποιήσει, όχι πολλοί· και θα περιμένει να περάσει και κάποιο διάστημα εσωτερικής διαμάχης, πριν κάποιος από μας να κυριαρχήσει και να υποτάξει τους υπόλοιπους. Και σ’ αυτό το διάστημα το Δαχτυλίδι θα μπορούσε να τον βοηθήσει, αν χτυπούσε αιφνιδιαστικά.
»Παρακολουθεί. Βλέπει πολλά και ακούει πολλά. Οι Νάζγκουλ του κυκλοφορούν ακόμα. Πέρασαν πάνω από εδώ πριν βγει ο ήλιος, μόλο που ελάχιστοι από τους κουρασμένους και κοιμισμένους τούς πήραν είδηση. Μελετά τα σημάδια – το Σπαθί, που του στέρησε το θησαυρό του και φτιάχτηκε πάλι’ τους ανέμους της τύχης που γύρισαν προς το μέρος μας· την απρόσμενη ήττα της πρώτης του εφόδου και την πτώση του μεγάλου του Καπετάνιου.
»Οι αμφιβολίες του όλο και θα μεγαλώνουν, ακόμα και τώρα που μιλάμε εμείς εδώ. Το Μάτι του τώρα είναι στραμμένο ίσια καταπάνω μας, σχεδόν τυφλό για το οτιδήποτε άλλο κινείται. Έτσι πρέπει να το κρατήσουμε. Να, λοιπόν, η συμβουλή μου. Δεν έχουμε το Δαχτυλίδι. Είτε από σοφία είτε από μεγάλη ανοησία το έχουμε στείλει μακριά για να καταστραφεί, μην τυχόν και μας καταστρέψει. Χωρίς αυτό δεν μπορούμε δυναμικά να κατατροπώσουμε τις δυνάμεις του. Πρέπει όμως με κάθε θυσία να μην αφήσουμε το Μάτι του να δει τον αληθινό κίνδυνο που διατρέχει. Δεν μπορούμε να νικήσουμε με τα όπλα, αλλά με τα όπλα μπορούμε να δώσουμε στο Δαχτυλιδοκουβαλητή τη μοναδική του ευκαιρία, όσο εύθραυστη κι αν είναι.
»Όπως άρχισε ο Άραγκορν, έτσι πρέπει να συνεχίσουμε. Πρέπει να εξωθήσουμε το Σόρον να παίξει και την τελευταία του ζαριά. Πρέπει να προκαλέσουμε τις κρυμμένες του δυνάμεις, ώστε να αδειάσει τη χώρα του. Πρέπει να εκστρατεύσουμε για να τον αντιμετωπίσουμε αμέσως. Πρέπει να γίνουμε εμείς το δόλωμα, ακόμα κι αν πιαστούμε στα σαγόνια του. Αυτός θα καταπιεί το δόλωμα όλο ελπίδα κι απληστία, γιατί θα νομίσει ότι αυτή η βιασύνη οφείλεται στην περηφάνια του νέου Άρχοντα του Δαχτυλιδιού – και θα πει: «Ώστε, έτσι, ε! προχωρά πολύ πρόωρα και πολύ μακριά. Άσε να πλησιάσει και θα τον κλείσω εγώ στη φάκα έτσι, που δε θα μπορεί να βγει. Κι εκεί θα τον συντρίψω και ό,τι πήρε με την αλαζονεία του θα γίνει πάλι δικό μου για πάντα».