Выбрать главу

»Πρέπει να βαδίσουμε με τα μάτια ορθάνοιχτα στη φάκα, με θάρρος, αλλά με ελάχιστες ελπίδες για τους εαυτούς μας. Γιατί, άρχοντές μου, μπορεί κάλλιστα εμείς να χαθούμε εντελώς σε μια μαύρη μάχη μακριά απ’ τις χώρες που κατοικούνται· έτσι, ώστε ακόμα κι αν πέσει το Μπαράντ-ντουρ, να μη ζήσουμε να δούμε την καινούρια εποχή. Αυτό όμως κρίνω ότι είναι το καθήκον μας. Και καλύτερα μ’ αυτόν τον τρόπο, παρά να χαθούμε έτσι κι αλλιώς – όπως σίγουρα θα συμβεί, αν καθίσουμε εδώ – και να ξέρουμε πεθαίνοντας πως δε θα υπάρξει καινούρια εποχή.

Έμειναν σιωπηλοί για λίγο. Τέλος, μίλησε ο Άραγκορν: – Όπως άρχισα, έτσι και θα συνεχίσω. Τώρα φτάνουμε στο χείλος του γκρεμού, όπου η ελπίδα και η απελπισία μοιάζουν. Αν ταλαντευτούμε, πέσαμε. Ας μην απορρίψει κανένας τώρα τις συμβουλές του Γκάνταλφ, που οι μακρόχρονοι μόχθοι του εναντίον του Σόρον έρχονται επιτέλους να δοκιμαστούν. Αν δεν ήταν αυτός, όλα θα είχαν χαθεί εδώ και πολύν καιρό. Όμως, εγώ ακόμα δεν έχω την αξίωση να διατάξω κανέναν. Οι άλλοι ας διαλέξουν όπως θέλουν. Τότε μίλησε ο Ελρόχιρ:

– Εμείς ήρθαμε από το Βοριά με αυτόν ακριβώς το σκοπό και από τον πατέρα μας τον Έλροντ φέραμε αυτή ακριβώς τη συμβουλή. Εμείς πίσω δε γυρίζουμε.

– Όσο για μένα, είπε ο Έομερ, έχω λίγες γνώσεις γύρω από αυτά τα περισπούδαστα πράγματα– αλλά δεν τις χρειάζομαι. Αυτό ξέρω εγώ και μου φτάνει: όπως ο Άραγκορν, σαν φίλος μου, βοήθησε εμένα και το λαό μου, έτσι θα τον βοηθήσω κι εγώ όταν με καλεί. Θα πάω.

– Όσο για μένα, είπε ο Ιμραχίλ, θεωρώ τον Άρχοντα Άραγκορν αυθέντη μου, είτε το αξιώνει είτε όχι. Η επιθυμία του για μένα είναι διαταγή. Κι εγώ θα πάω. Όμως, για λίγο βρίσκομαι στη θέση του Επιτρόπου της Γκόντορ και είναι καθήκον μου να σκεφτώ πρώτα τους κατοίκους της. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε τη σύνεση. Γιατί πρέπει να προετοιμαστούμε για όλες τις πιθανότητες, καλές ή κακές. Λοιπόν, μπορεί να το φέρει η τύχη να θριαμβεύσουμε, και όσο υπάρχει κάποια ελπίδα γι’ αυτό, η Γκόντορ πρέπει να προστατευτεί. Δε θα ήθελα να επιστρέφαμε νικητές σε μία Πόλη ερειπωμένη και μια γη λεηλατημένη πίσω από τις πλάτες μας. Και όμως οι Ροχίριμ μας πληροφορούν πως υπάρχει ένα στράτευμα που δεν το έχουμε πολεμήσει ακόμα στη βορινή μας πλευρά.

– Πολύ σωστά, είπε ο Γκάνταλφ. Δε σας συμβουλεύω να αφήσετε την Πόλη εντελώς απροστάτευτη. Στην πραγματικότητα η δύναμη που θα οδηγήσουμε ανατολικά δε χρειάζεται να είναι τόσο πολύ μεγάλη για σοβαρή επίθεση εναντίον της Μόρντορ, φτάνει να αποτελεί πρόκληση για μάχη. Και θα πρέπει να κινηθεί σύντομα. Γι’ αυτό ρωτώ τους Καπεταναίους: πόση δύναμη θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε και να κινητοποιήσουμε σε δύο μέρες το αργότερο; Και θα πρέπει να αποτελείται από άντρες σκληραγωγημένους που θα έρχονται πρόθυμα, γνωρίζοντας τους κινδύνους που διατρέχουν.

– Όλοι είναι κουρασμένοι και πάρα πολλοί έχουν ελαφρά ή σοβαρά τραύματα, είπε ο Έομερ, και έχουμε υποστεί μεγάλες απώλειες σε άλογα, πολύ δυσβάστακτες. Εάν πρέπει να εκστρατεύσουμε σύντομα, δεν μπορώ να ελπίζω πως θα βρεθώ επικεφαλής ούτε καλά καλά δύο χιλιάδων ιππέων και να αφήσω κι άλλους τόσους για την άμυνα της Πόλεως.

– Δεν έχουμε μόνο να υπολογίζουμε σ’ αυτούς που πολέμησαν εδώ, είπε ο Άραγκορν. Νέες δυνάμεις έρχονται από τα νότια τιμάρια τώρα που τα παράλια έχουν ξεκαθαριστεί. Έχω στείλει τέσσερις χιλιάδες πεζούς από το Πελάργκιρ μέσον του Λόσαρναχ πριν δυο μέρες· και επικεφαλής έχουν τον Άνγκμπορ τον ατρόμητο. Εάν ξεκινήσουμε σε δυο μέρες, θα βρίσκονται κοντά πριν φύγουμε. Επιπλέον, είπα σε πολλούς να με ακολουθήσουν, ανεβαίνοντας το Ποτάμι, με ό,τι πλεούμενο βρουν και μ’ αυτόν τον άνεμο γρήγορα θα φτάσουν. Μερικά πλοία, μάλιστα, έχουν κιόλας φτάσει στο Χάρλοντ. Υπολογίζω ότι μπορούμε να οδηγήσουμε εφτά χιλιάδες ιππείς και πεζούς και, παρ’ όλα αυτά, να αφήσουμε την Πόλη σε καλύτερη αμυντική κατάσταση από ό,τι βρισκόταν τότε που άρχισε η επίθεση.

– Η Πύλη έχει καταστραφεί, είπε ο Ιμραχίλ, και πού υπάρχει τώρα η τέχνη να την ξαναφτιάξουν και να την τοποθετήσουν πάλι;

– Στο Έρεμπορ, στο Βασίλειο του Ντάιν, υπάρχει τέτοια τέχνη, είπε ο Άραγκορν και αν δε χαθούν όλες μας οι ελπίδες, τότε, όταν θα υπάρχει καιρός, θα στείλω τον Γκίμλι το γιο του Γκλόιν να ζητήσει τους τεχνίτες του Βουνού. Οι άντρες όμως είναι καλύτεροι από τις πύλες και καμιά πύλη δε θα αντέξει ενάντια στον Εχθρό μας, αν την εγκαταλείψουν οι άντρες.

Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος του συμβουλίου των αρχόντων, να εκστρατεύσουν δηλαδή το δεύτερο πρωί από εκείνη την ημέρα με επτά χιλιάδες, αν ήταν δυνατό να βρεθούν και το μεγαλύτερο μέρος αυτού του στρατού θα ήταν πεζικό, επειδή θα έπρεπε να διασχίσουν επικίνδυνες περιοχές. Ο Άραγκορν θα συγκέντρωνε κάπου δύο χιλιάδες από εκείνους που τον είχαν ακολουθήσει από το Νοτιά· ο Ιμραχίλ όμως θα έπρεπε να βρει τρεισήμισι χιλιάδες· και ο Έομερ πεντακόσιους από τους Ροχίριμ που είχαν χάσει τα άλογά τους, ήταν όμως ικανοί για τον πόλεμο, και αυτός ο ίδιος θα έμπαινε επικεφαλής πεντακοσίων από τους καλύτερους έφιππους Καβαλάρηδες· και Πα υπήρχε ακόμα μια ίλη πεντακοσίων ιππέων, που ανάμεσά τους θα ήταν οι γιοι του Έλροντ μαζί με τους Ντούνεντεν και τους ιππότες του Ντολ Άμροθ: έξι χιλιάδες πεζοί και χίλιοι ιππείς όλοι κι όλοι. Αλλά η κυρίως δύναμη των Ροχίριμ, που εξακολουθούσαν να έχουν τα άλογά τους και να είναι μάχιμοι, τρεις χιλιάδες περίπου κάτω από τις διαταγές του Έλφχελμ, θα ενέδρευαν στο Δυτικό Δρόμο εναντίον των εχθρών που βρίσκονταν στο Ανόριεν. Και αμέσως έστειλαν γρήγορους καβαλάρηδες να συγκεντρώσουν ό,τι νέα μπορούσαν από τα βορινά· και ανατολικά απ’ την Οσγκίλιαθ και το δρόμο της Μίνας Μόργκουλ.