Выбрать главу

Και όταν είχαν υπολογίσει όλες τους τις δυνάμεις και είχαν σχεδιάσει τις πορείες που θα έκαναν και τους δρόμους που θα διάλεγαν, ο Ιμραχίλ ξαφνικά γέλασε δυνατά.

– Σίγουρα, φώναξε, τούτη είναι η μεγαλύτερη φάρσα σε όλη την ιστορία της Γκόντορ· να εκστρατεύουμε με επτά χιλιάδες, ούτε όσοι η εμπροσθοφυλακή του στρατού της τις μέρες της ακμής της, για να επιτεθούμε στα βουνά και στην απόρθητη πύλη της Μαύρης Γης!

Τόσο θα μπορούσε ν’ απειλήσει ένα παιδάκι ένα σιδερόφρακτο ιππότη με σπάγκο στο τόξο και πράσινο κλαδί ιτιάς για βέλος! Αν ο Μαύρος Άρχοντας γνωρίζει τόσα όπως λες, Μιθραντίρ, δε νομίζεις πως αντί να φοβηθεί θα χαμογελάει και με το μικρό του δαχτυλάκι θα μας συνθλίψει σαν μύγα που πάει να τον τσιμπήσει;

– Όχι, θα προσπαθήσει να παγιδέψει τη μύγα και να της βγάλει το κεντρί, είπε ο Γκάνταλφ. Κι ανάμεσά μας υπάρχουν ονόματα που το καθένα τους μετράει πάνω από χίλιους σιδεροντυμένους ιππότες. Όχι, δε θα χαμογελάσει.

– Ούτε κι εμείς, είπε ο Άραγκορν. Αν αυτό είναι φάρσα, παραείναι πικρή για γέλιο. Όχι, είναι η τελευταία κίνηση σε ένα πολύ επικίνδυνο παιγνίδι και, για τη μία ή την άλλη πλευρά, θα σημάνει το τέλος του παιγνιδιού.

Ύστερα έβγαλε τον Αντούριλ από τη θήκη του και τον σήκωσε ψηλά αστραφτερό στον ήλιο.

– Δε θα ξαναμπείς στο θηκάρι, ώσπου να διεξαχθεί και η τελευταία μάχη, είπε.

Χ

Η ΜΑΥΡΗ ΠΥΛΗ ΑΝΟΙΓΕΙ

Δύο μέρες αργότερα ο στρατός της Δύσης ήταν όλος συγκεντρωμένος στο Πέλενορ. Η δύναμη των Ορκ και οι Ανατολίτες είχαν γυρίσει πίσω να φύγουν από το Ανόριεν, αλλά οι Ροχίριμ, με συνεχείς παρενοχλήσεις, τους είχαν διασκορπίσει και είχαν διαλυθεί οπισθοχωρώντας χωρίς μεγάλη αντίσταση προς το Καΐρ Άντρος· και, με την καταστροφή αυτής της απειλής και τον ερχομό νέων δυνάμεων από το Νοτιά, η Πόλη ήταν όσο γινόταν καλύτερα επανδρωμένη. Οι ανιχνευτές ανέφεραν πως δεν υπήρχαν εχθροί στους δρόμους ανατολικά ως το Σταυροδρόμι του Πεσμένου Βασιλιά. Όλα τώρα ήταν έτοιμα για την τελευταία ζαριά.

Ο Λέγκολας και ο Γκίμλι θα πήγαιναν πάλι μαζί στο λόχο του Αραγκορν και του Γκάνταλφ, που πήγαιναν στην εμπροσθοφυλακή με τους Ντούνεντεν και τους γιους του Έλροντ. Ο Μέρι όμως, για μεγάλη του ντροπή, δε θα πήγαινε μαζί τους.

– Δεν είναι για σένα ένα τέτοιο ταξίδι, είπε ο Άραγκορν. Μην ντρέπεσαι όμως. Ακόμα κι αν δεν κάνεις τίποτ’ άλλο σ’ αυτόν τον πόλεμο, έχεις κιόλας κερδίσει μεγάλη τιμή. Θα πάει ο Πέρεγκριν και θα εκπροσωπήσει το λαό του Σάιρ· και να μη σου κακοφανεί αυτή η ευκαιρία που του δίνεται να κινδυνέψει, γιατί μόλο που τα πήγε καλά, όσο τον άφησε η τύχη του, το κατόρθωμά σου δεν το έχει φτάσει ακόμα. Αλλά η αλήθεια είναι πως όλοι τώρα κινδυνεύουμε το ίδιο. Μόλο που μπορεί να είναι η μοίρα μας να βρούμε κακό τέλος μπροστά στην Πύλη της Μόρντορ, αν γίνει έτσι, τότε κι εσείς θα πρέπει να προβάλλετε την τελευταία αντίσταση, είτε εδώ είτε όπου σας προλάβει η μαύρη παλίρροια. Έχε γεια!

Κι έτσι καταστεναχωρημένος ο Μέρι τώρα στεκόταν και κοίταζε τη συγκέντρωση του στρατού. Ο Μπέργκιλ ήταν μαζί του κι ήταν κι αυτός κακόκεφος, γιατί ο πατέρας του θα πήγαινε επικεφαλής ενός λόχου από Άντρες της Πόλεως – δεν μπορούσε να ξαναγυρίσει στη Φρουρά, ώσπου να εκδικαστεί η υπόθεσή του. Στον ίδιο λόχο θα ήταν και ο Πίπιν, με την ιδιότητα του στρατιώτη της Γκόντορ. Ο Μέρι μπορούσε να τον δει, όχι πολύ μακριά, μια μικρή αλλά στητή μορφή ανάμεσα στους ψηλούς άντρες της Μίνας Τίριθ.

Τέλος, οι σάλπιγγες ήχησαν και ο στρατός άρχισε να κινείται. Η μία ίλη μετά την άλλη, ο ένας λόχος ύστερα από τον άλλο, έστριβαν κι έφευγαν κατά την ανατολή. Και μόλο που είχε περάσει πολλή ώρα από την αναχώρησή τους και δε φαίνονταν πια στο μεγάλο δρόμο προς το Υπερυψωμένο πέρασμα, ο Μέρι στεκόταν εκεί. Η τελευταία αναλαμπή του πρωινού ήλιου στα κοντάρια και στα κράνη άστραψε και χάθηκε, μα αυτός εξακολουθούσε να στέκεται με το κεφάλι σκυμμένο και την καρδιά βαριά, νιώθοντας ξένος και μόνος. Όλοι, όσους αγαπούσε, είχαν φύγει μακριά στη σκοτεινιά που απλωνόταν βαριά πάνω στο μακρινό ανατολικό ουρανό· και ελάχιστες ελπίδες είχαν απομείνει στην καρδιά του ότι θα ξανάβλεπε κανέναν πια.