Выбрать главу

Ο πόνος στο χέρι του ξαναγύρισε, λες και τον είχε καλέσει η απελπισμένη του διάθεση κι ένιωσε αδύναμος και γερασμένος και το φως του ήλιου αδυνατισμένο. Τον έφερε στην πραγματικότητα το άγγιγμα του χεριού του Μπέργκιλ.

– Έλα, κύριε Περιάν! είπε ο μικρός. Βλέπω πως πονάς ακόμα. Θα σε βοηθήσω να επιστρέψεις στους Θεραπευτές. Αλλά μη φοβάσαι! Θα ξαναγυρίσουν. Οι Άντρες της Μίνας Τίριθ δε θα νικηθούν ποτέ. Και τώρα έχουν και τον Άρχοντα Λιθούχο και τον Μπέρεγκοντ της Φρουράς.

Πριν το μεσημέρι ο στρατός έφτασε στην Οσγκίλιαθ. Εκεί δούλευαν ασταμάτητα όλοι οι εργάτες και οι τεχνίτες που ήταν διαθέσιμοι. Μερικοί ενίσχυαν τα πορθμεία και τις πλοιο-γέφυρες που είχαν φτιάξει οι εχθροί και είχαν μισοκαταστρέψει στην άτακτη υποχώρηση τους· άλλοι συγκέντρωναν πολεμοφόδια και λάφυρα· και άλλοι στην ανατολική όχθη του Ποταμού έφτιαχναν Βιαστικά οχυρωματικά έργα.

Η εμπροσθοφυλακή πέρασε μέσα από τα ερείπια της Αρχαίας Γκόντορ, πέρασε πάνω από το πλατύ Ποτάμι και συνέχισε ανηφορίζοντας το μακρύ ίσιο δρόμο που στις μέρες της ακμής είχε κατασκευαστεί για να πηγαίνει από τον όμορφο Πύργο του Ηλίου στον ψηλό Πύργο της Σελήνης, που τώρα ήταν η Μίνας Μόργκουλ στην καταραμένη της κοιλάδα. Πέντε μίλια μετά την Οσγκίλιαθ σταμάτησαν, τελειώνοντας την πορεία της πρώτης τους μέρας.

Το ιππικό όμως συνέχισε και πριν βραδιάσει έφτασαν στο Σταυροδρόμι, στο μεγάλο κύκλο των δέντρων και όλα ήταν σιωπηλά. Δεν είχαν δει το παραμικρό ίχνος εχθρού, ούτε είχαν ακούσει φωνή ή κάλεσμα, ούτε βέλος δεν είχε πετάξει πίσω από βράχο ή σύδεντρο στο πέρασμά τους, όμως, όσο προχωρούσαν, ένιωθαν την επαγρύπνηση της περιοχής ν’ αυξάνεται. Δέντρα, πέτρες, χόρτα και φυλλωσιές είχαν τ’ αυτιά τεντωμένα. Η σκοτεινιά είχε διαλυθεί και μακριά, κατά τη δύση, το ηλιοβασίλεμα απλωνόταν στην Κοιλάδα του Άντουιν και οι άσπρες κορυφές των βουνών κοκκίνιζαν στη γαλάζια ατμόσφαιρα· όμως μια σκιά και μια μελαγχολία κάθονταν πάνω στα Έφελ Ντούαθ.

Τότε ο Άραγκορν έβαλε σαλπιγκτές στον καθένα από τους τέσσερις δρόμους που κατέληγαν στον κύκλο των δέντρων και σάλπισαν δυνατά και οι κήρυκες φώναξαν δυνατά: «Οι Άρχοντες της Γκόντορ ξαναγύρισαν και παίρνουν πίσω όλη αυτή τη γη που είναι δική τους».

Το απαίσιο κεφάλι ορκ που ήταν βαλμένο πάνω στο άγαλμα το έριξαν καταγής και το κομμάτιασαν το κεφάλι του αρχαίου βασιλιά το σήκωσαν και το τοποθέτησαν στη θέση του ξανά, στεφανωμένο ακόμα με άσπρα και κίτρινα λουλούδια· και δούλεψαν άντρες να καθαρίσουν και να ξύσουν όλα τα απαίσια ορνιθοσκαλίσματα που είχαν χαράξει οι ορκ πάνω στην πέτρα.

Στο συμβούλιό τους τώρα μερικοί είχαν προτείνει να επιτεθούν πρώτα στη Μίνας Μόργκουλ και, αν κατάφερναν να την πάρουν, να την καταστρέψουν εντελώς.

– Και μπορεί, είπε ο Ιμραχίλ, ο δρόμος που οδηγεί από κει στο πέρασμα ψηλά να αποδειχθεί ευκολότερος, για να επιτεθούμε στο Μαύρο Άρχοντα, παρά από τη βορινή του πύλη.

Ο Γκάνταλφ όμως είχε μιλήσει πολύ έντονα, εξαιτίας του κακού που υπήρχε σ’ εκείνη την κοιλάδα, όπου τα λογικά των ανθρώπων σάλευαν από τον τρόμο και εξαιτίας των πληροφοριών που είχε φέρει ο Φαραμίρ. Γιατί αν ο Δαχτυλιδοκουβαλητής είχε στ’ αλήθεια πάρει αυτό το δρόμο, τότε πάνω απ’ όλα δεν έπρεπε να προσελκύσουν το Μάτι της Μόρντορ προς τα κει. Έτσι την άλλη μέρα, όταν έφτασε το κυρίως σώμα του στρατού, άφησαν ισχυρή φρουρά στο Σταυροδρόμι για να υπάρχει κάποια άμυνα, αν η Μόρντορ έστελνε στρατό από το Πέρασμα της Μόργκουλ, ή έφερνε περισσότερους άντρες από το Νοτιά. Για να αποτελέσουν τη φρουρά διάλεξαν κυρίως τοξότες που ήξεραν καλά το Ιθίλιεν και θα φύλαγαν κρυμμένοι στα δάση και στις πλαγιές γύρω απ’ το σημείο που αντάμωναν οι δρόμοι. Ο Γκάνταλφ όμως και ο Άραγκορν πήγαν με την εμπροσθοφυλακή ως την είσοδο της Κοιλάδας Μόργκουλ κι έριξαν μια ματιά στην πόλη του κακού.

Ήταν σκοτεινή και άψυχη· γιατί οι Ορκ και τα κατώτερα πλάσματα της Μόρντορ που κατοικούσαν εκεί είχαν χαθεί στη μάχη και οι Νάζγκουλ έλειπαν. Ο αέρας όμως της κοιλάδας ήταν βαρύς από το φόβο και την εχθρότητα. Ύστερα γκρέμισαν την απαίσια γέφυρα κι έβαλαν κόκκινη φωτιά στα δύσοσμα λιβάδια κι έφυγαν.

Την επόμενη μέρα, την τρίτη από τότε που ξεκίνησαν από τη Μίνας Τίριθ, ο στρατός άρχισε την πορεία του βορινά, ακολουθώντας το δρόμο. Ήταν κάπου εκατό μίλια, απ’ αυτόν το δρόμο, από το Σταυροδρόμι ως τη Μοράνον και κανείς δεν ήξερε τι μπορεί να τους τύχαινε, ώσπου να φτάσουν εκεί. Προχωρούσαν δίχως να κρύβονται, αλλά με μεγάλη προσοχή, με έφιππους ανιχνευτές να προπορεύονται και άλλους πεζούς και από τις δύο πλευρές, ιδιαίτερα στην ανατολική πλευρά· γιατί εκεί υπήρχαν σκοτεινοί λόγκοι και η περιοχή ήταν κακοτράχαλη, όλο ξερές ρεματιές και απότομα βράχια, που πίσω τους ανηφόριζαν οι μακριές άγριες πλαγιές των Έφελ Ντούαθ. Ο καιρός του κόσμου εξακολουθούσε να είναι καλός και ο άνεμος κρατούσε δυτικός, τίποτα όμως δεν μπορούσε να διώξει τις σκιές και τις θλιβερές ομίχλες που ήταν κολλημένες στα Βουνά της Σκιάς· και από πίσω τους πότε πότε πυκνοί καπνοί ανέβαιναν και πλανιόνταν στα ψηλότερα ρεύματα των ανέμων.