Κάθε τόσο ο Γκάνταλφ έλεγε να σαλπίζουν τις τρομπέτες και οι κήρυκες να φωνάζουν: «Οι Άρχοντες της Γκόντορ ήρθαν! Να φύγουν όλοι από τους τόπους αυτούς ή να τους παραδώσουν!»
Ο Ιμραχίλ όμως είπε: «Να μη λέτε Οι Άρχοντες της Γκόντορ. Να λέτε Ο Βασιλιάς Ελέσαρ. Γιατί αυτό είναι η αλήθεια, αν και δεν έχει ακόμα καθίσει στο θρόνο· και αυτό θα βάλει τον Εχθρό σε περισσότερη σκέψη, αν οι κήρυκες χρησιμοποιούν αυτό το όνομα».
Και από τότε, τρεις φορές τη μέρα οι κήρυκες διαλαλούσαν τον ερχομό του Βασιλιά Ελέσαρ. Κανείς όμως δεν απάντησε στην πρόκληση.
Όμως, μόλο που προχωρούσαν με φαινομενική ειρήνη, οι καρδιές όλου του στρατού, απ’ τον ανώτερο ως τον κατώτερο, ήταν βαριές και με κάθε μίλι που έκαναν κατά το βοριά το προαίσθημα του κακού όλο μεγάλωνε και τους πλάκωνε. Ήταν προς το τέλος της δεύτερης μέρας της πορείας τους από το Σταυροδρόμι, που για πρώτη φορά συνάντησαν κάποια αντίσταση. Γιατί μια ισχυρή δύναμη Ορκ μαζί με Ανατολίτες δοκίμασαν να χτυπήσουν τα προπορευόμενα τμήματα στήνοντάς τους ενέδρα· και ήταν στο ίδιο ακριβώς σημείο που ο Φαραμίρ είχε στήσει καρτέρι στους άντρες από το Χαράντ· εκεί που ο δρόμος περνούσε από ένα στενό πέρασμα που έκοβε τους πρόποδες των ανατολικών λόφων. Αλλά οι Καπεταναίοι της Δύσης ήταν καλά ειδοποιημένοι από τους ανιχνευτές τους, που ήταν άντρες έμπειροι από το Χένεθ Ανούν με επικεφαλής το Μαμπλούνγκ· κι έτσι, αυτοί που έστησαν την ενέδρα βρέθηκαν οι ίδιοι παγιδευμένοι. Γιατί το ιππικό έκανε κυκλωτική κίνηση από τα δυτικά και έπεσαν από τα πλάγια και τα νώτα του εχθρού και τους πετσόκοψαν ή τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν ανατολικά στους λόφους.
Η νίκη όμως πολύ λίγο εμψύχωσε τους καπεταναίους.
– Δεν ήταν παρά παραπλανητική κίνηση, είπε ο Άραγκορν και ο κύριος σκοπός της, πιστεύω, ήταν μάλλον να μας δελεάσει δημιουργώντας μας μια ψεύτικη εντύπωση για την αδυναμία του Εχθρού μας, παρά να μας προξενήσει ζημιά, προς το παρόν.
Και από κείνο το βράδυ και στο εξής ήρθαν οι Νάζγκουλ και παρακολουθούσαν κάθε κίνηση του στρατού. Για την ώρα πετούσαν ψηλά και δεν τους έβλεπε κανείς εκτός από το Λέγκολας., η παρουσία τους όμως ήταν αισθητή, σαν μια σκιά που όλο μεγάλωνε και θάμπωνε τον ήλιο· και, μόλο που τα Φαντάσματα του Δαχτυλιδιού δεν κατέβαιναν χαμηλά πάνω από τους εχθρούς τους και ήταν σιωπηλά, δίχως να βγάζουν την παραμικρή κραυγή, τον τρόμο τους δεν μπορούσε κανείς να αποδιώξει.
Έτσι περνούσε ο καιρός και το δίχως ελπίδες ταξίδι. Την τέταρτη μέρα από το Σταυροδρόμι και την έκτη από τη Μίνας Τίριθ έφτασαν επιτέλους εκεί που τελείωναν οι τόποι των ζωντανών και άρχισαν να μπαίνουν στην ερημιά που υπήρχε μπροστά στις πύλες του Περάσματος της Κίριθ Γκόργκορ· και μπορούσαν να διακρίνουν από μακριά τους βάλτους και την έρημο που απλωνόταν βορινά και δυτικά ως τα Έμιν Μιούιλ. Τόσο ερημωμένοι ήταν εκείνοι οι τόποι και τόσο βαθιά η φρίκη που τους πλάκωνε, ώστε μερικοί άντρες έχασαν τον αυτοέλεγχό τους και δεν μπορούσαν ούτε να βαδίσουν ούτε να προχωρήσουν έφιπποι παραπέρα, κατά το βοριά.
Ο Άραγκορν τους κοίταζε και τα μάτια του ήταν γεμάτα οίκτο κι όχι θυμό· γιατί ήταν νέα παλικάρια από το Ρόαν, από το Γουέστφολντ μακριά ή γεωργοί από το Λόσαρναχ, που γι’ αυτούς η Μόρντορ ήταν από τα παιδικά τους χρόνια ένα όνομα κακού, που ήταν σαν ψέμα όμως, ένας θρύλος που δεν είχε καμία θέση στην απλή ζωή τους· και τώρα βάδιζαν, λες και βρίσκονταν σ’ ένα φοβερό όνειρο που είχε ζωντανέψει και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ούτε αυτόν τον πόλεμο ούτε γιατί η μοίρα τούς είχε ρίξει εδώ.
– Φύγετε! είπε ο Άραγκορν. Κρατήστε όμως όση τιμή μπορείτε και μην το βάλετε στα πόδια! Και υπάρχει κάποια δουλειά που μπορείτε να κάνετε, ώστε να μην ντροπιαστείτε ολότελα. Πηγαίνετε νοτιοδυτικά, ώσπου να φτάσετε στο Καΐρ Άντρος και, αν το κρατούν ακόμα οι εχθροί, όπως νομίζω, τότε πάρτε το πίσω, αν μπορείτε· και κρατήστε το ως το τέλος υπερασπίζοντας την Γκόντορ και το Ρόαν!