Τότε μερικοί ντράπηκαν τη μεγαλοψυχία του και, ξεπερνώντας το φόβο τους, συνέχισαν την πορεία· και οι υπόλοιποι ξαναπήραν ελπίδα, όταν άκουσαν για το αντρίκειο έργο που ήταν στα μέτρα τους και μπορούσαν να στραφούν σ’ εκείνο και έφυγαν. Και έτσι, επειδή είχαν ήδη αφήσει πολλούς άντρες στο Σταυροδρόμι, οι Καπεταναίοι της Δύσης βρέθηκαν τέλος με λιγότερους από έξι χιλιάδες για να προκαλέσουν τη Μαύρη Πύλη και τη δύναμη της Μόρντορ.
Τώρα προχωρούσαν αργά, περιμένοντας κάθε ώρα κάποια απάντηση στην πρόκλησή τους και συσπειρώθηκαν κοντά κοντά, μιας και ήταν ανώφελο πια να στέλνουν προσκόπους ή μικρές ομάδες απ’ το κυρίως σώμα του στρατού. Το σούρουπο της πέμπτης μέρας της πορείας από την Κοιλάδα Μόργκουλ στρατοπέδευσαν για τελευταία φορά και άναψαν φωτιές ολόγυρα με όσα ξερά ξύλα και ρείκια κατάφεραν να βρουν. Πέρασαν τις ώρες της νύχτας ξάγρυπνοι και έπαιρναν είδηση, αν και τα μισοδιέκριναν, πολλά όντα που περπατούσαν και γύρευαν λεία παντού ολόγυρά τους και άκουγαν τα ουρλιαχτά των λύκων. Ο άνεμος είχε πέσει και όλος ο αέρας έμοιαζε ακίνητος. Ελάχιστα μπορούσαν να δουν, γιατί αν κι είχε ξαστεριά και το καινούριο φεγγάρι ήταν τεσσάρων ημερών μονάχα, είχε καπνούς κι αναθυμιάσεις που έβγαιναν από τη γη και το άσπρο μισοφέγγαρο ήταν σαβανωμένο στις ομίχλες της Μόρντορ.
Έπεσε κρύο. Με τον ερχομό του πρωινού ο άνεμος άρχισε να φυσάει ξανά, τώρα όμως ερχόταν από το Βοριά και πολύ γρήγορα δυνάμωνε. Όλα όσα νυχτοπερπατούσαν είχαν φύγει και ο τόπος έμοιαζε άδειος. Βορινά, ανάμεσα στους βρομερούς τους λάκκους, βρίσκονταν οι πρώτοι απ’ τους μεγάλους σωρούς και λόφους από σκουριασμένα απόβλητα, κομματιασμένες πέτρες και ανατιναγμένα χώματα, τα ξεράσματα των σκουληκιών της Μόρντορ· αλλά νότια, και τώρα κοντά, υψωνόταν το μεγάλο οχυρό της Κίριθ Γκόργκορ, με τη Μαύρη Πύλη καταμεσής και τους Δύο Πύργους των Δοντιών, ψηλούς και σκοτεινούς, δεξιά και αριστερά. Γιατί κατά την τελευταία τους πορεία οι Καπεταναίοι είχαν αφήσει τον παλιό δρόμο που έστριβε ανατολικά και απέφυγαν τους κινδύνους των λόφων που έμοιαζαν λες και είχαν στήσει ενέδρα, κι έτσι τώρα πλησίαζαν τη Μοράνον απ’ τα βορειοδυτικά, έτσι όπως κι ο Φρόντο,
Οι τρεις τεράστιες σιδερένιες πόρτες της Μαύρης Πύλης κάτω απ’ πι συνοφρυωμένα τους τόξα ήταν ερμητικά κλεισμένες. Τίποτα δε φαινόταν στις επάλξεις. Όλα ήταν σιωπηλά και σε επιφυλακή. Είχαν φτάσει στο έσχατο τέλος της αφροσύνης τους και στέκονταν έρημοι και παγωμένοι στο γκρίζο φως της αυγής μπροστά σε πύργους και τείχη, που ο στρατός τους δεν μπορούσε να προσβάλει με ελπίδα, ούτε κι αν είχαν φέρει εκεί πανίσχυρες πολιορκητικές μηχανές, ακόμα κι αν ο Εχθρός δεν είχε περισσότερες δυνάμεις από όσες θα αρκούσαν για να επανδρωθεί η πύλη και τα τείχη μόνο. Αυτοί όμως ήξεραν πως όλοι οι λόφοι και οι βράχοι γύρω απ’ τη Μοράνον ήταν γεμάτοι κρυμμένους εχθρούς και πως το σκιερό φαράγγι από πίσω ήταν σκαμμένο και γεμάτο σήραγγες απ’ τις αμέτρητες φάρες κακοποιών όντων. Και καθώς στέκονταν είδαν όλους τους Νάζγκουλ συγκεντρωμένους μαζί, να ζυγιάζονται πάνω από τους Πύργους των Δοντιών σαν όρνεα· και ήξεραν πως τους παρακολουθούσαν. Ο Εχθρός όμως εξακολουθούσε να μη δίνει κάποιο σημάδι.
Κι έτσι δεν τους έμενε άλλη εκλογή παρά να παίξουν το ρόλο τους ως το τέλος. Γι’ αυτό τώρα ο Άραγκορν παρέταξε το στρατό, όσο γινόταν καλύτερα. Τραβήχτηκαν σε δύο μεγάλους λόφους από ανατιναγμένα χώματα και πέτρες, που είχαν σωριάσει οι ορκ έπειτα από μόχθους χρόνων. Μπροστά τους, προς το μέρος της Μόρντορ, απλωνόταν σαν τάφρος ένα μεγάλο τέλμα από βρομερές λάσπες και λιμνούλες με αποπνικτικές οσμές. Όταν τακτοποιήθηκαν όλα, οι Καπεταναίοι προχώρησαν έφιπποι προς τη Μαύρη Πύλη με μεγάλη φρουρά ιππέων, τη σημαία, κήρυκες και σαλπιγκτές. Εκεί ήταν ο Γκάνταλφ, ο κυριότερος κήρυκας, ο Άραγκορν με τους γιους του Έλροντ, ο Έομερ του Ρόαν, και ο Ιμραχίλ· ο Λέγκολας, ο Γκίμλι και ο Πέρεγκριν είχαν κι αυτοί κληθεί, ώστε όλοι οι εχθροί της Μόρντορ να αντιπροσωπεύονται από ένα μάρτυρα.
Έφτασαν σε απόσταση φωνής από τη Μοράνον, ύψωσαν τη σημαία και οι σάλπιγγες σάλπισαν και οι κήρυκες βγήκαν μπροστά κι ανέβασαν τις φωνές τους ως τις επάλξεις της Μόρντορ.
– Ελάτε έξω! φώναξαν. Ας Βγει έξω ο Άρχοντας της Μαύρης Γης! Για να δικαστεί. Γιατί άδικα κήρυξε πόλεμο εναντίον της Γκόντορ και της πήρε τα εδάφη της. Γι’ αυτό το λόγο ο Βασιλιάς της Γκόντορ απαιτεί να τιμωρηθεί για τα εγκλήματά του και ύστερα να φύγει για πάντα. Ελάτε έξω!
Ακολούθησε μακριά σιωπή και από τα τείχη και την πύλη δεν ακούστηκε να απαντάει ούτε φωνή ούτε θόρυβος. Ο Σόρον όμως είχε κιόλας καταστρώσει τα σχέδιά του και είχε τη διάθεση να παίξει σκληρά με τούτα τα ποντίκια, πριν χτυπήσει για να σκοτώσει. Κι έτσι, την ώρα που οι Καπεταναίοι ετοιμάζονταν να γυρίσουν πίσω, η σιωπή ξαφνικά διακόπηκε. Ακούστηκαν μεγάλα τύμπανα να ηχούν σαν βροντές στα βουνά και ύστερα σάλπισαν στριγκά τα Βούκινα που έκαναν και τους βράχους να τρέμουν και ξεκούφαναν τους άντρες. Και αμέσως η μεσαία πόρτα της Μαύρης Πύλης άνοιξε με μεγάλο θόρυβο και από μέσα της βγήκε μια πρεσβεία από το Μαύρο Πύργο.