Выбрать главу

Επικεφαλής ίππευε μια ψηλή απαίσια μορφή, καβάλα σ’ ένα μαύρο άλογο, αν ήταν άλογο· γιατί ήταν θεόρατο και απαίσιο και το πρόσωπό του ήταν μια φρικτή μάσκα, έμοιαζε περισσότερο με νεκροκεφαλή παρά με κεφάλι ζωντανό και από τις κόγχες των ματιών του και απ’ τα ρουθούνια του έβγαινε φωτιά. Ο καβαλάρης ήταν ντυμένος στα κατάμαυρα κι ολόμαυρη ήταν και η ψηλή του περικεφαλαία· αυτός όμως δεν ήταν Δαχτυλιδοφάντασμα, αλλά άνθρωπος ζωντανός. Ήταν ο Διοικητής του Πύργου του Μπαράντ-ντουρ και το όνομά του δεν το θυμάται καμιά, ιστορία· γιατί κι αυτός ο ίδιος το είχε ξεχάσει κι έλεγε: «Είμαι το Στόμα του Σόρον». Αλλά λένε πως ήταν αποστάτης, που καταγόταν απ’ τη γενιά εκείνων που έχουν ονομαστεί Μαύροι Νουμενόριαν γιατί είχαν εγκατασταθεί στη Μέση-γη τα χρόνια της κυριαρχίας του Σόρον και τον είχαν λατρέψει, μαγεμένοι απ’ την ανόσια γνώση. Και μπήκε στην υπηρεσία του Μαύρου Πύργου όταν ξανασήκωσε για πρώτη φορά κεφάλι και εξαιτίας της πονηρίας του κατάφερε ν’ ανεβεί ακόμα ψηλότερα στην εκτίμηση του Άρχοντα· κι έμαθε μεγάλα μάγια και ήξερε πολλές από τις σκέψεις του Σόρον· κι ήταν σκληρότερος απ’ τον οποιονδήποτε ορκ.

Κι ήταν αυτός τώρα που βγήκε έξω, και μαζί του ήρθε μόνο μια μικρή συνοδεία από μαυροντυμένους στρατιώτες κι ένα μικρό λάβαρο, μαύρο, που είχε μόνο πάνω του με κόκκινο χρώμα το Κακό Μάτι. Τώρα, σταματώντας λίγα βήματα μπροστά απ’ τους Καπεταναίους της Λύσης, τους κοίταξε από πάνω ως κάτω και γέλασε.

– Υπάρχει κανείς εδώ σ’ αυτόν το συρφετό με αξίωμα ανάλογο να διαπραγματευτεί μαζί μου; κορόιδεψε, απευθυνόμενος περιφρονητικά στον Άραγκορν.

»Χρειάζεται κάτι περισσότερο για να γίνει κανείς βασιλιάς από ένα κομμάτι ξωτικό γυαλί, ή ένας συρφετός σαν κι αυτόν. Μα, τι λέω; Ο οποιοσδήποτε ληστής στα βουνά μπορεί να παρουσιάσει ακολουθία «αν κι αυτή!

Ο Άραγκορν δεν έδωσε καμιά απάντηση, αλλά βρήκε τη ματιά του άλλου και την κράτησε και για μια στιγμή αγωνίστηκαν έτσι· αλλά πολύ γρήγορα, μόλο που ο Άραγκορν ούτε κουνήθηκε ούτε άπλωσε χέρι σε όπλο, ο άλλος δείλιασε και υποχώρησε, λες και τον απείλησε χτύπημα.

– Είμαι κήρυκας και πρεσβευτής και δεν επιτρέπεται να μου επιτεθούν! φώναξε.

– Εκεί που τέτοιοι νόμοι ισχύουν, είπε ο Γκάνταλφ, συνηθίζουν και οι πρεσβευτές να χρησιμοποιούν λιγότερη αναίδεια. Κανείς όμως δε σε έχει απειλήσει. Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς από εμάς, ώσπου να εκπληρώσεις την αποστολή σου. Αλλά, εκτός κι αν ο αφέντης σου έχει βάλει μυαλό, τότε μαζί μ’ όλους του τους υπηρέτες θα βρεθείς σε μεγάλο κίνδυνο.

– Ώστε, έτσι! είπε ο Αγγελιαφόρος. Τότε εσύ είσαι ο εκπρόσωπος, γερο-γκριζογένη; Έχουμε καιρό να ακούσουμε για σένα και τις περιπλανήσεις σου· εξακολουθείς να σκαρώνεις δολοπλοκίες και να σπέρνεις διχόνοια από απόσταση ασφαλείας; Τούτη τη φορά όμως έχωσες τη μύτη σου πολύ βαθιά, κύριε Γκάνταλφ· και θα δεις τι παθαίνει όποιος απλώνει τις ανόητες πλεκτάνες του μπροστά στα πόδια του Μεγάλου Σόρον. Έχω τεκμήρια με την εντολή να τα δείξω σ’ εσένα -ειδικά σ’ εσένα, στην περίπτωση που θα τολμούσες να έρθεις.

Έκανε νόημα σ’ έναν από τους φρουρούς του, που βγήκε μπροστά κρατώντας ένα μπογαλάκι τυλιγμένο με μαύρα πανιά.

Ο Αγγελιαφόρος τα παραμέρισε κι εκεί, προς μεγάλη απορία και απελπισία όλων των Καπεταναίων, σήκωσε ψηλά πρώτα το κοντό σπαθί του Σαμ και ύστερα έναν γκρίζο μανδύα με μια ξωτικο-καρφίτσα και τέλος τον αλυσιδωτό θώρακα από μίθριλ που φορούσε ο Φρόντο, τυλιγμένο στα κουρελιασμένα του ρούχα. Τα μάτια τους σκοτείνιασαν και τους φάνηκε, σε μια στιγμή σιωπής, ότι ο κόσμος σταμάτησε, οι καρδιές τους όμως ήταν νεκρές και η τελευταία τους ελπίδα χάθηκε. Ο Πίπιν, που στεκόταν πίσω από τον Πρίγκιπα Ιμραχίλ, όρμησε μπροστά με μια φωνή λύπης.

– Σιωπή! είπε ο Γκάνταλφ αυστηρά, σπρώχνοντάς τον πίσω. Ο Αγγελιαφόρος όμως γέλασε δυνατά.

– Ώστε, έχετε κι άλλον απ’ αυτούς τους δαίμονες μαζί σας! φώναξε. Δεν μπορώ να καταλάβω σε τι σου χρησιμεύουν αλλά να τους στείλεις για κατασκόπους στη Μόρντορ ξεπερνά και τη συνηθισμένη σου ανοησία. Πάντως, τον ευχαριστώ, γιατί είναι φανερό πως αυτό το πιτσιρίκι τουλάχιστον έχει ξαναδεί αυτά τα τεκμήρια και θα ήταν μάταιο να το αρνηθείς τώρα.

– Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να τα αρνηθώ, είπε ο Γκάνταλφ. Και βέβαια τα ξέρω και όλη τους την ιστορία και, παρ’ όλη σου την περιφρόνηση, βρομερό Στόμα του Σόρον, εσύ δεν μπορείς να ισχυριστείς το ίδιο. Αλλά γιατί τα φέρνεις εδώ;