Выбрать главу

– Θώρακας των Νάνων, μανδύας των Ξωτικών, λάμα της ηττημένης Δύσης και κατάσκοπος απ’ τη μικρή ποντικοχώρα του Σάιρ – όχι, μην ξαφνιάζεστε! Την ξέρουμε καλά – αυτά είναι τα τεκμήρια της συνωμοσίας. Τώρα, μπορεί αυτός που είχε αυτά τα πράγματα να ήταν κάποιο πλάσμα που δε θα λυπόσαστε να χάσετε και μπορεί και όχι – κάποιος που τον αγαπούσατε, ίσως; Αν είναι έτσι, σκεφτείτε στα γρήγορα με όσο λίγο μυαλό σας έχει απομείνει. Γιατί ο Σόρον δεν αγαπά τους κατασκόπους και η μοίρα του εξαρτάται τώρα από την εκλογή σας.

Κανείς δεν του απάντησε· αλλά είδε όμως τα πρόσωπά τους γκρίζα από το φόβο και τη φρίκη στα μάτια τους και γέλασε ξανά, γιατί του φάνηκε πως το παιγνίδι του πήγαινε καλά.

– Ωραία, ωραία! είπε. Σας ήταν αγαπητός, βλέπω. Ή μήπως η αποστολή του ήταν τέτοια, που δε θέλατε να αποτύχει; Έχει αποτύχει. Και τώρα θα υποστεί τα αργόσυρτα μαρτύρια χρόνων, τόσο αργόσυρτα και μακρόχρονα, όσο μπορούν να επινοήσουν οι τέχνες μας στο Μεγάλο Πύργο και ποτέ δε θα απελευθερωθεί, εκτός κι αν ίσως τότε που θα έχει αλλάξει και θα έχει κουρελιαστεί, έτσι που να μπορεί να έρθει να σας βρει κι εσείς να δείτε τι έχετε κάνει. Κι αυτό σίγουρα θα συμβεί – εκτός κι αν δεχτείτε τους όρους του Άρχοντά μου.

– Πες τους όρους, είπε ο Γκάνταλφ σταθερά.

Εκείνοι όμως που ήταν κοντά είδαν την αγωνία στο πρόσωπο του και τώρα φαινόταν γέρος και ζαρωμένος, καταβεβλημένος, νικημένος τέλος. Δεν αμφέβαλαν πως θα δεχόταν.

– Οι όροι είναι αυτοί, είπε ο Αγγελιαφόρος και χαμογέλασε καθώς τους κοιτούσε έναν έναν. Ο συρφετός της Γκόντορ και οι πλανεμένοι της σύμμαχοι να υποχωρήσουν αμέσως πέρα από τον Άντουιν, αφού πρώτα δώσουν όρκους ότι ποτέ πια δε θα πάρουν όπλα εναντίον του Σόρον, κρυφά ή φανερά. Όλες οι περιοχές ανατολικά του Άντουιν θα ανήκουν για πάντα στο Σόρον, αποκλειστικά. Οι περιοχές δυτικά του Άντουιν ως τα Ομιχλιασμένα Βουνά και το Άνοιγμα του Ρόαν θα είναι φόρου υποτελείς στη Μόρντορ και οι άντρες εκεί δε θα φέρουν όπλα, θα έχουν όμως το ελεύθερο να αυτοδιοικούνται. Θα βοηθήσουν όμως να ξαναχτιστεί το Ίσενγκαρντ, το οποίο τόσο αχαλίνωτα κατάστρεψαν και το οποίο θα περιέλθει στην κατοχή του Σόρον κι εκεί θα εγκατασταθεί ο υπαρχηγός του – όχι ο Σάρουμαν, αλλά κάποιος πιο άξιος εμπιστοσύνης.

Κοιτάζοντας τα μάτια του Αγγελιαφόρου διάβασαν τη σκέψη του. Αυτός θα ήταν εκείνος ο υπαρχηγός και θα συγκέντρωνε ό,τι απόμενε από τη Δύση κάτω από την εξουσία του· αυτός θα ήταν ο τύραννός τους κι εκείνοι οι σκλάβοι του.

Ο Γκάνταλφ όμως είπε:

– Είναι μεγάλες οι απαιτήσεις για την παράδοση ενός υπηρέτη – να πάρει δηλαδή ο Κύριός σου σαν αντάλλαγμα ό,τι θα πρέπει διαφορετικά να δώσει πολλές μάχες για να το κερδίσει! Ή μήπως η μάχη της Γκόντορ έχει καταστρέψει τις πολεμικές του ελπίδες κι έτσι καταντάει στα παζαρέματα; Κι αν στ’ αλήθεια θεωρούσαμε αυτόν τον κρατούμενο τόσο σπουδαίο, τι εγγύηση έχουμε ότι ο Σόρον, ο Ποταπός Κύριος της Προδοσίας, θα κρατήσει το λόγο του; Πού είναι αυτός ο κρατούμενος; Φέρτε τον εδώ και παραδώστε τόν μας και ύστερα θα λάβουμε υπόψη μας αυτές τις απαιτήσεις.

Τότε φάνηκε στον Γκάνταλφ, που τον παρακολουθούσε με πολύ μεγάλη προσοχή σαν μονομάχος που αντιμετωπίζει θανατερό αντίπαλο, ότι για μια στιγμή ο Αγγελιαφόρος τα έχασε· γρήγορα όμως γέλασε ξανά.

– Μη σε κάνει η αυθάδειά σου να αντιγυρίζεις λόγια με το Στόμα του Σόρον! φώναξε. Ζητάτε εγγυήσεις! Ο Σόρον δε δίνει καμιά. Αν ζητάτε την επιείκειά του, πρέπει πρώτα να κάνετε αυτά που ζητάει. Αυτοί είναι οι όροι του. Ή τους δέχεστε ή τους απορρίπτετε!

– Εμείς θα πάρουμε αυτά! είπε ο Γκάνταλφ ξαφνικά.

Πέταξε πέρα το μανδύα του κι ένα άσπρο φως άστραψε σαν σπαθί σ’ εκείνον το μαύρο τόπο. Μπροστά στο σηκωμένο του χέρι ο βρομερός Αγγελιαφόρος υποχώρησε και ο Γκάνταλφ προχωρώντας άπλωσε και του πήρε τα τεκμήρια: θώρακα, μανδύα και σπαθί.

– Αυτά θα τα πάρουμε στη μνήμη του φίλου μας, φώναξε. Όσο για τους όρους σας, τους απορρίπτουμε εντελώς. Άντε πήγαινε, γιατί η πρεσβεία σου έληξε και ο θάνατος σε πλησιάζει. Δεν ήρθαμε εδώ να χάνουμε τα λόγια μας σε διαπραγματεύσεις με το Σόρον, τον αναξιόπιστο και καταραμένο· κι ακόμη λιγότερο με κάποιον από τους σκλάβους του. Φύγε από δω!

Τότε ο Αγγελιαφόρος της Μόρντορ δεν ξαναγέλασε. Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από απορία και θυμό και έμοιαζε σαν κάποιου άγριου ζώου που, καθώς σκύβει πάνω από τη λεία του, τρώει μια κατάμουτρα από τσουχτερό ραβδί. Λύσσα τον κυρίεψε κι άρχισαν να τρέχουν σάλια από το στόμα του και άναρθρες οργισμένες κραυγές έβγαιναν πνιχτά απ’ το λαρύγγι του. Κοίταξε όμως τις άγριες όψεις των Καπεταναίων και τις θανατερές ματιές τους και ο φόβος νίκησε το θυμό του. Έβγαλε φωνή μεγάλη και, γυρίζοντας, πήδηξε πάνω στο άτι του και με τη συνοδεία του κάλπασαν ξέφρενα πίσω στην Κίριθ Γκόργκορ. Αλλά ενώ ακόμα προχωρούσαν οι στρατιώτες του σάλπισαν με τα βούκινά τους το προσχεδιασμένο κάλεσμα· και πριν ακόμα φτάσουν στην πύλη ο Σόρον αποκάλυψε την παγίδα του.