Τύμπανα βρόντησαν και φωτιές ξεπήδησαν. Οι μεγάλες πόρτες της Μαύρης Πύλης άνοιξαν διάπλατα. Κι από μέσα τους ξεχύθηκε μια μεγάλη στρατιά τόσο γρήγορα, όσο τα ορμητικά νερά όταν σηκωθεί ο υδροφράχτης.
Οι Καπεταναίοι ίππευσαν ξανά και γύρισαν πίσω κι από το στρατό της Μόρντορ ακούστηκε μια κοροϊδευτική ιαχή. Σηκώθηκε σκόνη αποπνικτική, καθώς από εκεί κοντά ξεκίνησε ένα τμήμα Ανατολίτες που περίμεναν το σύνθημα κρυμμένοι στις σκιές των Έρεντ Λίθουι πίσω από τον πιο μακρινό Πύργο. Από τους λόφους δεξιά κι αριστερά της Μοράνον ξεχύθηκαν αμέτρητοι Ορκ. Οι άντρες της Δύσης ήταν παγιδευμένοι και γρήγορα, ολόγυρα από τα γκρίζα υψώματα που στέκονταν, δυνάμεις δέκα φορές και περισσότερο ακόμα πιο δυνατές τους περικύκλωναν με μια θάλασσα εχθρούς. Ο Σόρον είχε πάρει το δόλωμα που του πρόσφεραν με ατσαλένια σαγόνια.
Ελάχιστος χρόνος έμεινε στον Άραγκορν να οργανώσει τη μάχη. Στεκόταν πάνω στον ένα λόφο μαζί με τον Γκάνταλφ κι εκεί όμορφο κι απελπισμένο ύψωσαν το φλάμπουρο με το Δέντρο και τα Αστέρια. Στον άλλο λόφο, όχι μακριά, ήταν στημένες οι σημαίες του Ρόαν και του Ντολ Άμροθ, το Άσπρο Άλογο και ο Ασημένιος Κύκνος. Κι ολόγυρα σε κάθε λόφο σχημάτισαν έναν κύκλο που έβλεπε προς όλες ας κατευθύνσεις, αγκαθωτό από τα δόρατα και τα σπαθιά. Αλλά στο μέτωπο που έβλεπε κατά τη Μόρντορ, εκεί που θα γινόταν η πρώτη άγρια επίθεση, στάθηκαν οι γιοι του Έλροντ αριστερά με τους Ντούνεντεν ολόγυρά τους και δεξιά ο Πρίγκιπας Ιμραχίλ με τους ψηλούς κι όμορφους άντρες του Ντολ Άμροθ και διαλεχτούς άντρες από τον Πύργο της Φρουράς.
Ο άνεμος φυσούσε και οι τρομπέτες αντηχούσαν και τα βέλη σφύριζαν αλλά ο ήλιος, που τώρα ανέβαινε να μεσουρανήσει στο Νότο, ήταν τυλιγμένος στις αναθυμιάσεις της Μόρντορ και μέσα από μια απειλητική θολούρα έλαμπε αμυδρά, απόμακρος, αγριωπά κόκκινος, λες και είχε φτάσει το τέλος της μέρας ή το τέλος ίσως όλου του κόσμου του φωτός. Και μέσα απ’ τη θολή σκοτεινιά που πύκνωνε βγήκαν οι Νάζγκουλ με τις παγερές φωνές τους, κραυγάζοντας λόγια θανάτου· και τότε κάθε ελπίδα έσβησε.
Ο Πίπιν είχε σκύψει συντριμμένος απ’ τη φρίκη, όταν άκουσε τον Γκάνταλφ να απορρίπτει τους όρους και να καταδικάζει το Φρόντο στα Βασανιστήρια του Πύργου· αλλά είχε επιβληθεί στον εαυτό του και τώρα στεκόταν πλάι στον Μπέρεγκοντ στην πρώτη γραμμή της Γκόντορ με τους άντρες του Ιμραχίλ. Γιατί του φαινόταν καλύτερο να πεθάνει γρήγορα και να αφήσει την πικρή ιστορία της ζωής του, αφού όλα ήταν χαμένα.
Μακάρι να ήταν εδώ ο Μέρι, έπιασε τον εαυτό του να μονολογεί και γρήγορες σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό του, ενώ κοιτούσε τον εχθρό ν</ ορμάει στην επίθεση. Λοιπόν, λοιπόν τώρα πάντως καταλαβαίνω λίγο καλύτερα τον καημένο τον Ντένεθορ. Θα μπορούσαμε να πεθάνουμε μαζί, ο Μέρι κι εγώ κι αφού πρέπει να πεθάνουμε, γιατί όχι; Μιας. όμως, και δεν είναι εδώ, ελπίζω να βρει καλύτερο τέλος. Αλλά πρέπει να βάλω τα δυνατά μου τώρα.
Τράβηξε το σπαθί του και το κοίταξε και είδε τα περίπλοκα σχέδια κόκκινα και χρυσά· και τα καλλιγραφικά γράμματα του Νούμενορ γυάλιζαν σαν φωτιά πάνω στη λεπίδα. «Αυτό έχει φτιαχτεί ακριβώς για μια τέτοια ώρα, σκέφτηκε. Αν μπορούσα να χτυπήσω εκείνον τον απαίσιο Αγγελιαφόρο, τότε θα έφτανα το Μέρι. Πάντως θα ξεκάνω μερικούς από τούτη εδώ την παλιοφάρα πριν τελειώσω. Πόσο θα ’θελα να μπορούσα να δω δροσερό ηλιόφωτο και πράσινο γρασίδι ξανά!»
Τότε, ενώ ακόμα σκεπτόταν αυτά τα πράγματα, η πρώτη επίθεση ξέσπασε πάνω τους. Οι ορκ εμποδισμένοι από τους βάλτους που βρίσκονταν μπροστά στους λόφους σταμάτησαν και έριξαν τα βέλη τους στις τάξεις των αμυνομένων. Αλλά ανάμεσα από τις γραμμές τους ήρθαν με μεγάλες δρασκελιές, ουρλιάζοντας σαν ζώα, ένας λόχος από γίγαντες των λόφων από το Γκόργκοροθ. Ήταν ψηλότεροι και με φαρδύτερες πλάτες από τους Ανθρώπους και ήταν ντυμένοι μονάχα μ’ ένα εφαρμοστό φολιδωτό δίχτυ από κεράτινα λέπια, ή μπορεί και να ήταν το απαίσιο πετσί τους· κρατούσαν τεράστιες στρογγυλές μαύρες ασπίδες και κράδαιναν βαριά σφυριά στα ροζιασμένα τους χέρια. Ακάθεκτοι πήδηξαν στα νερά και βγήκαν απέναντι περπατώντας, μουγκρίζοντας καθώς έρχονταν. Σαν καταιγίδα ξέσπασαν στις γραμμές των αντρών της Γκόντορ και χτυπούσαν κεφάλια και κράνη, χέρια κι ασπίδες, σαν σιδεράδες που χτυπούν να λυγίσουν το καυτό σίδερο. Δίπλα στον Πίπιν ο Μπέρεγκοντ έχασε τις αισθήσεις του χτυπημένος κι έπεσε· και ο μεγάλος γίγαντας-αρχηγός που τον έριξε κάτω, έσκυψε πάνω του, απλώνοντας νύχια αρπακτικά· γιατί εκείνα τα απαίσια πλάσματα συνήθιζαν να δαγκώνουν στο λαιμό όσους έριχναν κάτω.