Выбрать главу

Τότε ο Πίπιν σπάθισε προς τα πάνω και η γραμμένη λεπίδα της Μακρινής Δύσης διαπέρασε το πετσί και μπήκε βαθιά στα σωθικά τού γίγαντα και το μαύρο του αίμα χύθηκε ορμητικά έξω. Έγειρε μπροστά και σωριάστηκε χάμω σαν βράχος που πέφτει, θάβοντας όσους βρέθηκαν από κάτω του. Μαυρίλα και αποφορά και συντριπτικός πόνος πλάκωσαν τον Πίπιν και ο νους του έπεσε σε βαθύ σκοτάδι.

– Κα έτσι τελειώνει, όπως το φαντάστηκα, είπε η σκέψη του καθώς έφευγε φτερουγίζοντας· και γέλασε λίγο μέσα του πριν φύγει, έμοιαζε σχεδόν χαρούμενη που πετούσε επιτέλους όλες τις αμφιβολίες, τη φροντίδα και το φόβο.

Και την ώρα που έφευγε πετώντας στη λησμονιά, άκουσε φωνές, κι έμοιαζαν να φωνάζουν σε κάποιο λησμονημένο κόσμο ψηλά:

– Οι Αετοί έρχονται! Οι Αετοί έρχονται!

Για μια στιγμή ακόμα η σκέψη του Πίπιν ζυγιάστηκε.

– Μπίλμπο! είπε. Αλλά όχι! Αυτό ήταν στην ιστορία του που έχει τελειώσει τώρα. Αντίο!

Και η σκέψη του πέταξε μακριά και τα μάτια του δεν είδαν πια.

ΜΕΡΟΣ VI

Ι

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΚΙΡΙΘ ΟΥΝΓΚΟΛ

Ο Σαμ με πόνους σηκώθηκε από κάτω. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε πού βρισκόταν και ύστερα όλη η μιζέρια και η απελπισία τού γύρισαν στο νου. Βρισκόταν στο βαθύ σκοτάδι έξω από την υπόγεια είσοδο του άντρου των ορκ· οι χάλκινες πόρτες ήταν κλειστές. Θα έπρεπε να είχε πέσει χάνοντας τις αισθήσεις του, όταν είχε πέσει με ορμή πάνω τους· αλλά πόση ώρα είχε μείνει εκεί δεν το ήξερε. Τότε φλεγόταν, απελπισμένος και μαινόμενος· τώρα έτρεμε και κρύωνε. Σύρθηκε ως τις πόρτες και κόλλησε το αυτί του πάνω τους.

Πολύ βαθιά, μπορούσε αμυδρά να ακούσει τις φωνές των ορκ να ξεφωνίζουν, γρήγορα όμως σταμάτησαν ή έπαψαν να ακούγονται και όλα ήταν ήσυχα. Το κεφάλι του πονούσε και τα μάτια του έβλεπαν ανύπαρκτα φώτα στο σκοτάδι, αλλά αγωνίστηκε να συνέλθει και να σκεφτεί. Ήταν ολοφάνερο πάντως πως δεν είχε ελπίδα να μπει στο άντρο των ορκ από κείνη την πύλη· θα μπορούσε να περιμένει εκεί μέρες για να ανοίξει και αυτός δεν μπορούσε να περιμένει – ο χρόνος του ήταν απελπιστικά πολύτιμος. Τώρα δεν είχε πια καμιά αμφιβολία για το καθήκον του – έπρεπε να σώσει τον κύριό του ή να χαθεί προσπαθώντας.

«Ο χαμός είναι πιο πιθανός κι οπωσδήποτε θα ’ναι πολύ ευκολότερος», μονολόγησε αγριωπά, καθώς έβαλε το Κεντρί στη θήκη του κι απομακρύνθηκε από τις χάλκινες πόρτες. Αργά, ψαχουλευτά, πήρε το δρόμο του γυρισμού στο σκοτάδι ακολουθώντας τη στοά, μην τολμώντας να χρησιμοποιήσει το ξωτικο-φώς· και καθώς προχωρούσε, προσπαθούσε να βάλει τα γεγονότα σε τάξη από τότε που ο Φρόντο κι αυτός είχαν φύγει από το Σταυροδρόμι. Αναρωτήθηκε τι ώρα να ήταν. Κάπου ανάμεσα σε μία μέρα και στην επόμενη, φανταζόταν αλλά είχε χάσει και το μέτρημα των ημερών ακόμα. Βρισκόταν σ’ έναν τόπο σκοτεινιάς, όπου οι μέρες του κόσμου έμοιαζαν ξεχασμένες και όπου όλοι όσοι πήγαιναν εκεί έπεφταν κι εκείνοι στη λησμονιά.

«Να μας σκέπτονται άραγε καθόλου; αναρωτήθηκε. Τι να γίνονται άραγε όλοι εκεί πέρα μακριά;»

Ανέμισε το χέρι του απροσδιόριστα στο κενό μπροστά του· στην πραγματικότητα όμως κοίταζε νότια, καθώς ξαναγύριζε στη στοά της Σέλομπ, όχι δυτικά. Έξω κατά το μέρος της Δύσης στον έξω κόσμο πλησίαζε μεσημέρι της δέκατης τέταρτης ημέρας του Μαρτίου σύμφωνα με το ημερολόγιο του Σάιρ· και εκείνη την ώρα ο Άραγκορν οδηγούσε το μαύρο στόλο απ’ το Πελάργκιρ και ο Μέρι κάλπαζε με τους Ροχίριμ κατεβαίνοντας την Κοιλάδα των-αμαξιών-με-τις-πέτρες, ενώ στη Μίνας Τίριθ οι φλόγες υψώνονταν και ο Πίπιν έβλεπε την τρέλα να μεγαλώνει στο βλέμμα του Ντένεθορ. Όμως μέσα σε όλες τις φροντίδες και τους φόβους τους οι σκέψεις των φίλων τους συνέχεια γύριζαν στο Φρόντο και στο Σαμ. Δεν τους είχαν ξεχάσει. Βρίσκονταν όμως πέρα από κάθε βοήθεια και καμιά σκέψη δεν μπορούσε να προσφέρει βοήθεια στο Σάμγουάιζ το γιο του Χάμφαστ· ήταν εντελώς μόνος.

Τέλος, έφτασε πάλι στην πέτρινη πόρτα του περάσματος των ορκ και, εξακολουθώντας να μην μπορεί να βρει το μάνταλο ή την κλειδαριά που την κρατούσε κλειστή, σκαρφάλωσε από πάνω της όπως πριν και πήδησε μαλακά κάτω. Ύστερα προχώρησε με χίλιες προφυλάξεις στην έξοδο της στοάς της Σέλομπ, όπου τα κουρέλια του μεγάλου της ιστού εξακολουθούσαν να κουνιούνται πέρα δώθε στα ψυχρά ρεύματα. Γιατί κρύα φάνηκαν στο Σαμ ύστερα από το βρόμικο σκοτάδι πίσω του· αλλά η πνοή τους τον ζωογόνησε. Βγήκε με προσοχή έξω.

Όλα ήταν απειλητικά ήσυχα. Το φως ήταν σαν το μισοσκόταδο που πέφτει στο τέλος μιας σκοτεινής μέρας. Οι τεράστιες αναθυμιάσεις που ανέβαιναν από τη Μόρντορ και έφευγαν τρέχοντας δυτικά, περνούσαν από πάνω του χαμηλά, ένας μεγάλος συνωστισμός από σύννεφα και καπνούς, που τώρα τα φώτιζε από κάτω μια αγριωπή κόκκινη φεγγοβολιά.