Ο Σαμ κοίταξε ψηλά στον πύργο των ορκ και, ξαφνικά, από τα στενά του παράθυρα φώτα κοίταξαν έξω σαν μικρά κόκκινα μάτια. Αναρωτήθηκε μήπως ήταν κάποιο σύνθημα. Ο φόβος του για τους ορκ, ξεχασμένος για λίγο απ’ το θυμό και την απελπισία του, τώρα ξαναγύρισε. Από ό,τι έβλεπε, υπήρχε μόνο ένας δυνατός δρόμος για να ακολουθήσει – έπρεπε να προχωρήσει και να προσπαθήσει να βρει την κυρία είσοδο του τρομερού πύργου· τα γόνατά του όμως δεν τον κρατούσαν κι έπιασε τον εαυτό του να τρέμει. Αποτραβώντας τα μάτια του από τον πύργο και τις μυτερές κορφές της Στενοποριάς μπροστά του ανάγκασε τα απρόθυμα πόδια του να τον υπακούσουν και, αργά αργά, με τα αυτιά τεντωμένα, με τα μάτια ορθάνοιχτα στις πηχτές σκιές των βράχων πλάι στο πέρασμα, ξαναπήρε τον ίδιο δρόμο, πέρασε το σημείο που έπεσε ο Φρόντο και η αποφορά της Σέλομπ εξακολουθούσε να παραμένει. Ύστερα ανηφόρισε, ώσπου στάθηκε πάλι στο ίδιο μέρος που είχε φορέσει το Δαχτυλίδι και είχε δει το απόσπασμα του Σαγκράτ να περνάει.
Εκεί σταμάτησε και κάθισε κάτω. Για την ώρα δεν μπορούσε να πιέσει τον εαυτό του να προχωρήσει. Ένιωθε πως αν θα περνούσε την κορυφή του περάσματος κι έκανε ένα βήμα αληθινά μέσα στη γη της Μόρντορ, αυτό το βήμα θα ήταν αμετάκλητο. Ποτέ δε θα γύριζε πίσω. Χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, έβγαλε έξω το Δαχτυλίδι και το φόρεσε ξανά. Αμέσως ένιωσε το μεγάλο του βάρος κι ένιωσε ξανά, αλλά τώρα πιο δυνατά κι επίμονα παρά ποτέ, την κακοβουλία του Ματιού της Μόρντορ, να ψάχνει, να προσπαθεί να διατρυπήσει τις σκιές που είχε δημιουργήσει για τη δική του άμυνα, που τώρα όμως το εμπόδιζαν στην ανησυχία και στην αμφιβολία του.
Όπως και πριν, ο Σαμ βρήκε πως αυξήθηκε η ακοή του, αλλά πως στα μάτια του τα πράγματα αυτού του κόσμου φαίνονταν αόριστα και μονοδιάστατα. Οι πέτρινοι τοίχοι του περάσματος ήταν άχρωμοι, λες και τους σκέπαζε καταχνιά, από μακριά όμως εξακολουθούσε να ακούει τα τσιρίγματα της Σέλομπ στη δυστυχία της· και στριγκά κι ολοκάθαρα και, φαινομενικά πολύ κοντά, άκουγε ξεφωνητά και την κλαγγή όπλων. Τινάχτηκε όρθιος και κόλλησε στο βράχο πλάι στο δρόμο. Ευτυχώς που είχε βάλε; το Δαχτυλίδι, γιατί είχε φανεί κι άλλο απόσπασμα των ορκ. Ή %%% στην αρχή. Ύστερα ξαφνικά κατάλαβε πως δεν ήταν έτσι, τον ειχ%% ξεγελάσει η ακοή του – οι κραυγές των ορκ προέρχονταν από τον πύργο, %%% η πιο ψηλή του μύτη βρισκόταν τώρα ακριβώς από πάνω του, στην αριστερή πλευρά της Στενοποριάς.
Ο Σαμ ανατρίχιασε και προσπάθησε να πιέσει τον εαυτό του να προχωρήσει. Ήταν φως φανάρι πως κάτι κακό γινόταν. Μπορεί, παρ’ όλες τις διαταγές, να είχε κυριέψει τους ορκ ο σαδισμός τους και να βασάνιζαν το Φρόντο ή μπορεί ακόμα να τον κομμάτιαζαν άγρια. Έστησε αυτί· και καθώς άκουγε, μια ακτίνα ελπίδας τον φώτισε. Δεν υπήρχε αμφιβολία – γινόταν συμπλοκή στον πύργο, οι ορκ είχαν πιαστεί μεταξύ τους, ο Σαγκράτ και ο Γκόρμπαγκ τα είχαν τσουγκρίσει. Όσο μικρή κι αν ήταν η ελπίδα που του έδωσε αυτή η σκέψη, ήταν αρκετή για να τον ξεσηκώσει. Μπορεί και να υπήρχε μια μικρή πιθανότητα. Η αγάπη του για το Φρόντο ξεπέρασε όλες τις άλλες του σκέψεις και ξεχνώντας το δικό του κίνδυνο, φώναξε δυνατά: «Έρχομαι, κύριε Φρόντο!»
Έτρεξε προς την κορυφή του ανηφορικού μονοπατιού και την πέρασε. Αμέσως ο δρόμος έστριβε αριστερά και κατηφόριζε απότομα κάτω. Ο Σαμ είχε μπει στη Μόρντορ.
Έβγαλε το Δαχτυλίδι, παρακινημένος, ίσως, από κάποιο βαθύ προαίσθημα κινδύνου, αν κι ο ίδιος έκανε μόνο τη σκέψη πως ήθελε να βλέπει πιο καθαρά.
«Καλύτερα να ρίξω μια ματιά στα χειρότερα! μουρμούρισε. Δε βγαίνει τίποτα να παραπατάω δώθε κείθε στα θολά!»
Σκληρή, άγρια και πικραμένη ήταν η χώρα που αντίκρισαν τα μάτια του. Μπροστά στα πόδια του η ψηλότερη ράχη των Έφελ Ντούαθ έπεφτε απόκρημνα σχηματίζοντας μεγάλους γκρεμούς που κατέληγαν σε μια σκοτεινή νεροσυρμή, που στην αντίπερα όχθη της υψωνόταν άλλη ράχη, πιο χαμηλή που οι άκρες της ήταν γεμάτες εγκοπές και οδοντωτούς γκρεμούς σαν δαγκάνες που διαγράφονταν μαύρες με φόντο το κόκκινο φως πίσω τους – ήταν το άγριο Μοργκάι, ο εσωτερικός δακτύλιος των ορίων της χώρας. Μακριά πέρα από αυτόν, αλλά σχεδόν κατευθείαν μπροστά, πιο πέρα από μια μεγάλη λίμνη σκοταδιού, στιγματισμένη με μικροσκοπικές φωτιές, είχε μια φλεγόμενη λάμψη’ κι από μέσα της έβγαιναν τεράστιες στήλες περιδινιζόμενου καπνού, σκοτεινές, κόκκινες στη βάση και μαύρες ψηλά, εκεί που ενώνονταν με την κυματιστή σκεπή που κάλυπτε ολόκληρη την καταραμένη χώρα.