Σε κείνη την ώρα της δοκιμασίας εκείνο που τον βοήθησε περισσότερο να μη λυγίσει ήταν η αγάπη του για τον κύριό του· αλλά και μέσα του βαθιά υπήρχε ακόμα ανίκητη η απλή χομπιτο-λογική του -ήξερε στα τρίσβαθα της καρδιάς του πως δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να κρατήσει τέτοιο βάρος, ακόμα κι αν τα οράματα αυτά δεν ήταν σκέτες απάτες που θα τον πρόδιναν. Ο ένας μικρός κήπος για έναν ελεύθερο κηπουρό ήταν όσο χρειαζόταν και δικαιούταν, όχι ένας κήπος μεγαλωμένος σε κράτος· να δουλεύει με τα δικά του χέρια, όχι να διατάζει τα χέρια των άλλων.
«Κι οπωσδήποτε όλες τούτες οι ιδέες δεν είναι παρά απάτη, μονολόγησε. Θα μ’ έβλεπε και θα με τρομοκρατούσε, πριν καλά καλά προλάβω να φωνάξω. Θα με δει στο πι και φι έτσι και φορέσω τώρα το Δαχτυλίδι, εδώ στη Μόρντορ. Λοιπόν, αυτό είναι όλο κι όλο που μπορώ να πω: η κατάσταση είναι απελπιστική, όπως ο πάγος την άνοιξη. Τώρα που το να γίνω αόρατος θα ’ταν στ’ αλήθεια χρήσιμο, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω το Δαχτυλίδι! Κι αν ποτέ πάω και παρακάτω, δε θα μου είναι τίποτ’ άλλο παρά βάρος και καθυστέρηση σε κάθε μου βήμα. Άρα τι να κάνω;»
Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. Ήξερε ότι έπρεπε να πάει κάτω στην πύλη και να μην καθυστερεί άλλο. Ανασηκώνοντας τους ώμους του, λες και τίναζε από πάνω του τη σκιά και έδιωχνε τα φαντάσματα, άρχισε αργά να κατεβαίνει. Με κάθε του βήμα λες και μίκραινε. Δεν είχε προχωρησει πολύ, όταν είχε πάλι ζαρώσει στο μέγεθος ενός πολύ μικρού και φοβισμένου χόμπιτ. Περνούσε τώρα κάτω από τα τείχη του Πύργου και τα ξεφωνητά και οι θόρυβοι της συμπλοκής έφταναν στ’ αυτιά του δίχως βοήθεια. Για την ώρα η φασαρία έμοιαζε να έρχεται από την αυλή μέσα από τον εξωτερικό τοίχο.
Ο Σαμ είχε περίπου κατέβει τα μισά του μονοπατιού, όταν δύο ορκ βγήκαν τρέχοντας από τη σκοτεινή πύλη στο κόκκινο φως. Δεν έστριψαν προς το μέρος του. Πήγαιναν προς τον κυρίως δρόμο. Αλλά εκεί, όπως έτρεχαν, σκόνταψαν και έπεσαν καταγής ακίνητοι. Ο Σαμ δεν είχε δει βέλη, αλλά μάντεψε ότι τους ορκ τούς είχαν τοξέψει άλλοι ή από τις επάλξεις ή κρυμμένοι στον ίσκιο της πύλης. Συνέχισε να προχωρεί, κολλημένος στον τοίχο αριστερά του. Μια ματιά προς τα πάνω του είχε δείξει πως δεν υπήρχε ελπίδα να τον σκαρφαλώσει. Η λιθοδομή υψωνόταν τριάντα πόδια, χωρίς ρωγμή ή εσοχή, και έβγαινε προς τα έξω σαν ανεστραμμένα σκαλοπάτια. Ο μόνος δρόμος ήταν η πύλη.
Συνέχισε να προχωρεί με προφύλαξη· και καθώς προχωρούσε, αναρωτήθηκε πόσοι ορκ να έμεναν στον Πύργο με το Σαγκράτ και πόσους να είχε ο Γκόρμπαγκ και γιατί διαφωνούσαν, αν πραγματικά αυτό συνέβαινε. Οι άντρες του Σαγκράτ του είχαν φανεί κάπου σαράντα και του Γκόρμπαγκ διπλάσιοι και παραπάνω· αλλά, βέβαια, η περίπολος του Σαγκράτ ήταν μόνο τμήμα της φρουράς του. Σχεδόν σίγουρα μάλωναν για το Φρόντο και τα λάφυρα. Για μια στιγμή ο Σαμ σταμάτησε, γιατί ξαφνικά τα πράγματα ξεκαθάρισαν, σχεδόν λες και τα είχε δει με τα ίδια του τα μάτια. Ο αλυσιδωτός θώρακας από μίθριλ! Φυσικά, ο Φρόντο τον φορούσε και θα τον έβρισκαν. Και, από αυτά που είχε ακούσει ο Σαμ, ο Γκόρμπαγκ θα τον ήθελε για τον εαυτό του. Αλλά οι διαταγές του Μαύρου Πύργου ήταν προς το παρόν η μόνη προστασία του Φρόντο και αν τις αψηφούσαν, ο Φρόντο θα μπορούσε να θανατωθεί χωρίς πολλά πολλά σε οποιαδήποτε στιγμή.
– Εμπρός, άθλιε τεμπέλη! φώναξε ο Σαμ στον εαυτό του. Κουνήσου!
Έβγαλε το Κεντρί και όρμησε ίσια στην ανοιχτή πύλη. Αλλά, εκεί που πήγαινε να περάσει κάτω από τη μεγάλη καμάρα, ένιωσε ένα τίναγμα – λες και είχε πέσει σε κάποιο δίχτυ σαν της Σέλομπ, αόρατο όμως. Δεν μπορούσε να δει κανένα εμπόδιο, αλλά κάτι πολύ ισχυρό για να το καταβάλει η θέλησή του τού έκλεινε το δρόμο. Κοίταξε γύρω και ύστερα μέσα στη σκιά της πύλης είδε τους Δύο Σκοπούς.
Έμοιαζαν μεγάλες μορφές καθισμένες σε θρόνους. Ο καθένας είχε τρία ενωμένα σώματα και τρία κεφάλια που κοιτούσαν έξω, μέσα και διαγώνια στην πύλη. Τα κεφάλια έμοιαζαν όρνεα και στα μεγάλα τους γόνατα ήταν ακουμπισμένα τα γαμψά τους χέρια. Έμοιαζαν πελεκημένοι από τεράστιους ογκόλιθους, ακίνητοι κι όμως άγρυπνοι – κάποιο φοβερό πνεύμα σατανικής επαγρύπνησης κατοικούσε μέσα τους. Γνώριζαν τον όποιον εχθρό. Ορατός ή αόρατος κανείς δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Του απαγόρευαν την είσοδο ή τη διαφυγή.