Σκληραίνοντας τη θέλησή του ο Σαμ έσπρωξε πάλι μπροστά και σταμάτησε μ’ ένα τίναγμα, παραπατώντας λες και είχε δεχτεί χτύπημα στο κεφάλι και στο στήθος. Τότε με μεγάλη τόλμη, γιατί δεν μπορούσε να σκεφτεί τι άλλο να κάνει, απαντώντας σε μια ξαφνική σκέψη που του πέρασε απ’ το μυαλό, έβγαλε αργά το φιαλίδιο της Γκαλάντριελ και το σήκωσε ψηλά. Το άσπρο του φως δυνάμωσε γρήγορα και οι ίσκιοι κάτω από τη σκοτεινή καμάρα τράπηκαν σε φυγή. Οι τερατόμορφοι Σκοποί κάθονταν εκεί ψυχροί κι ακίνητοι, με το φρικαλέο σχήμα τους ξεσκεπασμένο. Για μια στιγμή ο Σαμ έπιασε μια γυαλάδα στις μαύρες πέτρες των ματιών τους, που η τόση κακία τους τον έκανε να δειλιάσει· αλλά σιγά σιγά ένιωσε τη θέληση τους να ταλαντεύεται και να καταρρέει από φόβο.
Με ένα πήδημα τους προσπέρασε· αλλά πριν καλά καλά τελειώσει, κρύβοντας πάλι το φιαλίδιο στον κόρφο του, ένιωσε, τόσο καθαρά λες και μια ατσαλένια αμπάρα να έπεφτε πίσω του, πως η επαγρύπνησή τους ανανεώθηκε. Και από εκείνα τα φοβερά κεφάλια ξεπήδησε μια ψιλή διαπεραστική κραυγή, που αντιλάλησε στα πυργωτά τείχη μπροστά του. Πάνω ψηλά, σαν απάντηση, μια στριγκή καμπάνα χτύπησε μία φορά.
– Τώρα, μάλιστα! είπε ο Σαμ. Τώρα χτύπησα και το κουδούνι της εξώπορτας. Λοιπόν, εμπρός πού είσαστε; φώναξε. Πείτε στον Καπετάν Σαγκράτ πως ο μεγάλος Ξωτικο-πολεμιστής ήρθε για επίσκεψη, μαζί με το ξωτικο-σπαθί του!
Καμιά απάντηση. Ο Σαμ προχώρησε. Το Κεντρί γυάλιζε γαλάζιο στο χέρι του. Η αυλή ήταν κατασκότεινη, αλλά μπορούσε να δει πως το πλακόστρωτο ήταν στρωμένο πτώματα. Στα πόδια του μπροστά ήταν δύο τοξότες ορκ με μαχαίρια μπηγμένα στις πλάτες τους. Πιο πέρα ήταν πεσμένοι κι άλλοι ακόμα· άλλοι, ένας ένας, όπως τους είχαν κόψει ή σαϊτέψει· άλλοι, δυο δυο, αγκαλιασμένοι ακόμα, νεκροί ενώ μαχαίρωναν, έπνιγαν, δάγκωναν ο ένας τον άλλο. Οι πλάκες γλιστρούσαν από το μαύρο αίμα.
Ο Σαμ πρόσεξε δύο στολές, η μια με το σημάδι του Κόκκινου Ματιού και η άλλη με το Φεγγάρι παραμορφωμένο με μια απαίσια νεκροκεφαλή· δε σταμάτησε όμως για να κοιτάξει καλύτερα. Στην απέναντι πλευρά της αυλής μια μεγάλη πόρτα στη βάση του Πύργου ήταν μισάνοιχτη και ένα κόκκινο φως έβγαινε από πίσω· ένας μεγαλόσωμος ορκ ήταν νεκρός στο κατώφλι. Ο Σαμ πήδησε πάνω από το κουφάρι και μπήκε μέσα· και ύστερα κοίταξε τριγύρω αμήχανος.
Ένας φαρδύς διάδρομος, που αντηχούσε, οδηγούσε προς τα πίσω από την πόρτα προς την πλευρά του βουνού. Ήταν μισοφωτισμένος με δάδες που έκαιγαν τοποθετημένες σε υποδοχές στους τοίχους, αλλά το βάθος του μακριά χανόταν στο μισοσκόταδο. Πολλές πόρτες και ανοίγματα φαίνονταν δεξιά κι αριστερά· ο διάδρομος όμως ήταν άδειος εκτός από δύο ή τρία ακόμα κουφάρια πεσμένα στο δάπεδο. Από ό,τι είχε ακούσει από τα λόγια των καπεταναίων ο Σαμ ήξερε ότι, νεκρός ή ζωντανός, ο Φρόντο κατά πάσα πιθανότητα βρισκόταν σε κάποιο δωμάτιο ψηλά στον ψηλότερο πυργίσκο· αλλά θα μπορούσε να έψαχνε και μέρα ολόκληρη μέχρι να βρει το δρόμο.
– Θα πρέπει να ’ναι κάπου προς την πίσω μεριά, φαντάζομαι, μουρμούρισε ο Σαμ. Ολόκληρος ο Πύργος ανεβαίνει κάπως προς τα πίσω. Κι όπως και να ’χει το πράγμα, καλύτερα να ακολουθήσω αυτά τα φώτα.
Προχώρησε στο βάθος τον διαδρόμου, τώρα όμως αργά, το κάθε βήμα και πιο απρόθυμο. Ο τρόμος άρχιζε πάλι να τον κυριεύει. Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν εκτός από τον ήχο των ποδιών του, που έμοιαζε να δυναμώνει και ν’ αντηχεί, σαν να χτυπούσαν μεγάλες παλάμες τους πέτρινους τοίχους. Τα νεκρά σώματα· το κενό· οι υγροί μαύροι τοίχοι που στο φως των δαυλών έμοιαζαν να στάζουν αίμα’ ο φόβος ότι ξαφνικός θάνατος παραμόνευε σε κάποιο κατώφλι ή σκιά· και στο βάθος του μυαλού του η ακοίμητη κακία που περίμενε στην πύλη – ήταν σχεδόν περισσότερα από όσα μπορούσε να πιέσει τον εαυτό του να αντιμετωπίσει. Θα προτιμούσε μια ανοιχτή αντιμετώπιση – με όχι πάρα πολλούς εχθρούς κάθε φορά – παρά αυτή τη φρικτή σκυθρωπή αβεβαιότητα. Ανάγκασε τον εαυτό του να σκεφτεί το Φρόντο, δεμένο ή πονεμένο ή νεκρό κάπου σ’ αυτό το φοβερό μέρος, και συνέχισε να προχωρεί.
Είχε περάσει το φως των δαδιών και είχε φτάσει σχεδόν σε μια μεγάλη καμαρωτή πόρτα στο βάθος του διαδρόμου, την εσωτερική πλευρά της υπόγειας πύλης, όπως είχε σωστά μαντέψει, όταν ακούστηκε από πάνω ψηλά ένα φοβερό πνιχτό ουρλιαχτό. Κοκάλωσε. Ύστερα άκουσε βήματα να πλησιάζουν. Κάποιος έτρεχε με μεγάλη βιασύνη και κατέβαινε βροντώντας κάποιες σκάλες από ψηλά.