Выбрать главу

Η θέληση του ήταν πολύ εξασθενημένη και αργή για να συγκρατήσει το χέρι του. Τράβηξε την αλυσίδα κι έσφιξε το Δαχτυλίδι. Ο Χαμ όμως δεν το φόρεσε· γιατί, ενώ ακόμα το έσφιγγε στο στήθος του, ένας ορκ κατέβηκε βροντώντας κάτω. Ξεπετάχτηκε με ένα πήδημα από ένα σκοτεινό άνοιγμα στα δεξιά κι έτρεξε καταπάνω του. Δεν ήταν πάνω από έξι βήματα απόσταση όταν, σηκώνοντας το κεφάλι του, τον είδε· κι ο Σαμ μπορούσε να ακούσει τη λαχανιασμένη ανάσα του και να δει τη λάμψη των κοκκινισμένων του ματιών. Σταμάτησε κατατρομαγμένος. Γιατί αυτό που είδε δεν ήταν ένας μικρούλης τρομαγμένος χόμπιτ που προσπαθούσε να κρατήσει σταθερό το σπαθί του – είδε μια μεγάλη σιωπηλή μορφή, τυλιγμένη σε μια γκρίζα σκιά, να ορθώνεται με το τρεμάμενο φως από πίσω της· στο ένα χέρι κρατούσε σπαθί, που η λάμψη του μονάχα προξενούσε πόνο φοβερό, το άλλο ήταν σφιγμένο στο στήθος του, αλλά κρατούσε κρυμμένη κάποια ακατανόμαστη απειλητική δύναμη και χαμό.

Για μια στιγμή ο ορκ συσπειρώθηκε και, ύστερα, με μια ανατριχιαστική κραυγή όλο φόβο γύρισε και το ’βαλε στα πόδια από εκεί που είχε έρθει. Ποτέ κανένας σκύλος δε θα χάρηκε πιο πολύ σαν είδε τον εχθρό του να βάζει την ουρά στα σκέλια, από ό,τι ο Σαμ μ’ αυτή την απρόσμενη φυγή. Με ένα ξεφωνητό άρχισε το κυνηγητό.

– Ναι! Ο Ξωτικό-πολεμιστή ς ήρθε! φώναξε. Έρχομαι! Για δείξε μου από πού πάνε απάνω, ειδαλλιώς θα σε γδάρω!

Ο ορκ όμως βρισκόταν στα λημέρια του και ήταν ευκίνητος και καλοταϊσμένος. Ο Σαμ ήταν ξένος, πεινασμένος και κατάκοπος. Οι σκάλες ήταν ψηλές, όρθιες και περιστροφικές. Η ανάσα του Σαμ άρχισε να βγαίνει λαχανιασμένη. Ο ορκ γρήγορα χάθηκε από τα μάτια του και τώρα μόνο αμυδρά ακουγόταν ο χτύπος των ποδιών του καθώς προχωρούσε όλο και πιο ψηλά. Κάθε τόσο έβγαζε ένα ουρλιαχτό που αντηχούσε στα ντουβάρια. Αργά αργά όμως όλες οι φωνές του έσβησαν.

Ο Σαμ εξακολούθησε ν’ ανεβαίνει με κόπο. Ένιωθε πως βρισκόταν στο σωστό δρόμο και η διάθεσή του είχε φτιάξει αρκετά. Έκρυψε το Δαχτυλίδι κι έσφιξε τη ζώνη του.

– Βρε, βρε! είπε. Αν όλοι δείξουν τόση αντιπάθεια για μένα και το Κεντρί, μπορεί τα πράγματα να εξελιχτούν καλύτερα απ’ ό,τι έλπιζα. Και κατά τα φαινόμενα οι Σαγκράτ, Γκόρμπαγκ και κομπανία έχουν κάνει σχεδόν όλη τη δουλειά για μένα. Εκτός από εκείνο το μικρό και κατατρομαγμένο ποντίκι, δεν πιστεύω να έχει απομείνει κανένας ζωντανός εδώ μέσα!

Και μ’ αυτά τα λόγια σταμάτησε, γιατί του ήρθε απότομα, λες και είχε χτυπήσει το κεφάλι του στον πέτρινο τοίχο. Ολόκληρη η σημασία αυτών που είχε πει του ήρθε καταπέλτης. Κανένας ζωντανός! Τίνος ήταν εκείνο το φοβερό επιθανάτιο ουρλιαχτό;

– Φρόντο, Φρόντο! Κύριε! φώναξε μισοκλαίγοντας. Αν σε σκότωσαν, τι θα κάνω; Πάντως, φτάνω επιτέλους, στην κορυφή, να δω ό,τι μου πρέπει.

Ψηλότερα, όλο και ψηλότερα ανέβαινε. Ήταν σκοτάδι αν εξαιρέσουμε καμιά δάδα που άναβε σε καμιά γωνιά ή πλάι από κάποιο άνοιγμα που οδηγούσε στους ψηλότερους ορόφους του Πύργου. Ο Σαμ προσπάθησε να μετρήσει τα σκαλοπάτια, αλλά μετά τα διακόσια έχασε το λογαριασμό. Προχωρούσε αθόρυβα τώρα· γιατί νόμισε πως μπορούσε να ακούσει φωνές να κουβεντιάζουν, σε αρκετή ακόμα απόσταση ψηλά. Κατά τα φαινόμενα, είχε μείνει ζωντανό παραπάνω από ένα ποντίκι.

Απότομα, εκεί που νόμισε πως δεν άντεχε να βγάλει άλλη ανάσα ούτε να βάλει τα γόνατά του να ξαναλυγίσουν, η σκάλα τελείωσε. Στάθηκε ακίνητος. Οι φωνές τώρα ήταν δυνατές και κοντινές. Ο Σαμ κοίταξε ολόγυρα. Είχε ανέβει πάνω στην επίπεδη οροφή του τρίτου και ψηλότερου εξώστη του Πύργου — ενός ανοιχτού χώρου, μήκους είκοσι γιαρδών περίπου, με ένα χαμηλό στηθαίο. Εκεί η σκάλα ήταν σκεπασμένη από ένα μικρό διαμέρισμα με τρούλο στη μέση της οροφής, με χαμηλές πόρτες που έβλεπαν ανατολικά και δυτικά. Ανατολικά ο Σαμ μπορούσε να δει την πεδιάδα της Μόρντορ κάτω, τεράστια και σκοτεινή, και το φλεγόμενο βουνό πέρα μακριά. Καινούρια αναταραχή φούσκωνε στα βαθιά πηγάδια του και ποταμοί φωτιάς έλαμπαν τόσο άγρια, που ακόμα κι από τόσα μίλια απόσταση το φως τους φώτιζε την κορυφή του πύργου με μια κόκκινη λάμψη. Δυτικά τη θέα την έκλεινε η βάση του μεγάλου πυργίσκου που υψωνόταν στο βάθος αυτού του ψηλότερου εξώστη και όρθωνε την κορυφή του πάνω από τις κορφές των τριγύρω λόφων. Από μια χαραματιά στο παράθυρο έβγαινε φως. Η πόρτα του δε βρισκόταν ούτε δέκα γιάρδες μακριά από εκεί που στεκόταν ο Σαμ. Ήταν ανοιχτή αλλά σκοτεινή και, ακριβώς μέσα απ’ τη σκιά της, έβγαιναν φωνές.

Στην αρχή ο Σαμ δεν έδωσε σημασία· βγήκε ένα βήμα από την ανατολική πόρτα και κοίταξε ολόγυρα. Αμέσως είδε πως εδώ πάνω η σύγκρουση υπήρξε αγριότερη. Όλος ο εξώστης ήταν πνιγμένος από κουφάρια ορκ ή κομμένα και σκορπισμένα κεφάλια και μέλη τους. Ο τόπος βρομούσε θάνατο. Ένα ουρλιαχτό που το ακολούθησε ένα χτύπημα και μια κραυγή τον έστειλαν πίσω τρέχοντας να κρυφτεί. Μια φωνή ορκ υψώθηκε θυμωμένη και τη γνώρισε αμέσως, στριγκή, όλο κτηνωδία, παγωμένη. Μιλούσε ο Σαγκράτ, ο Φρούραρχος του Πύργου.